Ο «Γιούγκερμαν» (ANT1) είναι μια φιλόδοξη, πολυπρόσωπη και δαπανηρή παραγωγή - και αξίζει ένας έπαινος στο κανάλι που πήρε το ρίσκο.


Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος του Μ. Καραγάτση είναι ένας άνδρας «bigger than life», ένας Φινλανδός αριστοκράτης και πρώην αιμοσταγής αξιωματικός των Κοζάκων, που φτάνει στην Ελλάδα μετά τον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο και μετά μια «αμαρτωλή» στάση στην Πόλη.
Πολύγλωσσος και ευφυής, θα διαπρέψει ως αυτοδημιούργητος μεγιστάνας και, μάλιστα, παραλίγο να δοθεί στην οδό Σταδίου το όνομά του. Καμιά γυναίκα δεν μπορεί να πει όχι στην «αρσενικότητά» του: δούλες και κυράδες, αθώες και περπατημένες, ελεύθερες και παντρεμένες, όλες υποκύπτουν στον ακαταμάχητο Βάσια. Ακόμα και στο περίπτερο αν πεταχτεί για τσιγάρα, που λέει ο λόγος, κάποια κόμησσα θα βρεθεί να του την πέσει. Ταυτόχρονα, ο πάγκομψος Γιούγκερμαν, με τα γαλάζια «γουρουνίσια» μάτια του, όπως επίμονα τον περιγράφει ο συγγραφέας, είναι ένας αριστοτέχνης χειριστής ανθρώπων και καταστάσεων, όμως στην τηλεοπτική εκδοχή του (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης) δεν πείθει απόλυτα ότι διαθέτει αυτές τις θαυμαστές και σπάνιες ιδιότητες. Οχι ότι φταίει ο πρωταγωνιστής - ακόμα και ο Ανδρέας Μπάρκουλης αν υποδυόταν τον «ωραίο και καταραμένο» Βάσια, ίσως να μην έπειθε.
Η παραγωγή είναι προσεγμένη, όμως έχει κάποια φάουλ. Π.χ., ενώ βρισκόμαστε στις αρχές του ’20, κάποια μακριά φορέματα γυναικών κλείνουν στην πλάτη με φερμουάρ, ενώ τα χρόνια εκείνα χρησιμοποιούνταν κόπιτσες ή κουμπιά που έκλειναν με θηλιές. Σιγά το πράγμα, θα μπορούσε να πει κανείς, όμως αυτά τα μικρά δίνουν την αίσθηση της εποχής. Εξάλλου, πόσο θα επιβάρυνε αυτή η λεπτομέρεια μια τόσο ακριβή παραγωγή, με τόσα γυρίσματα σε πολλές χώρες του εξωτερικού.
Σε μια βεγγέρα, σε ένα μικροαστικό σπίτι στον Πειραιά, στην ίδια δεκαετία, πέντ’-έξι νέοι διασκεδάζουν χορεύοντας σαν να ήταν βαλσάκι το «Θα σε πάρω να φύγουμε». Μόνο που αυτό το τραγούδι του Γιάννη Σπάρτακου (που είχε δηλώσει «δεν μου πηγαίνουν τα βαλσάκια») ηχογραφήθηκε το 1946 (βλ. «Τα τραγούδια των Ελλήνων» του Γιάννη Πετρίδη και του Κώστα Ζουγρή).
Το θέμα δεν είναι η χρονολογική ασυμφωνία. Το «Θα σε πάρω να φύγουμε» δεν είναι ένα τυχαίο ελαφρό τραγουδάκι, αλλά έγινε σύμβολο εκείνων των χρόνων, όταν οι άνθρωποι ήθελαν να ξεχάσουν τις πληγές του πολέμου και το δράμα του Εμφυλίου. Ασφαλώς, ένα σίριαλ δεν είναι ιστορικό ντοκιμαντέρ και ο στόχος του δεν είναι η ακρίβεια, αλλά η απόδοση ενός κλίματος, όμως το όμορφο αυτό τραγούδι σηματοδοτεί ένα «άλλο» κλίμα.
Αναγνωρίζουμε ότι η τηλεοπτική μεταφορά ενός τόσο πληθωρικού -και προσωποκεντρικού- βιβλίου δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οι ηθοποιοί και οι άλλοι συντελεστές βάζουν τα δυνατά τους, ενώ το σίριαλ μένει πιστό στο μυθιστόρημα, ακολουθεί τους άξονές του ή μάλλον τον εξής έναν άξονα, τον Γιούγκερμαν/Σούπερμαν. Τόσο πολύ κυριαρχεί ο Βάσιας στην αφήγηση του Μ. Καραγάτση, που από την ελληνική δεκαετία του ’20 απουσιάζει η ψυχή της, δηλαδή το προσφυγικό στοιχείο, μολονότι ένα μεγάλο μέρος της δράσης εκτυλίσσεται στον Πειραιά, που και τότε τον περιέζωναν οι γνωστές «προσφυγομάνες» συνοικίες.


(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα")

0 Responses to "Ο Ακαταμάχητος"

Δημοσίευση σχολίου