Κάποτε η Ελλάδα είχε πολλά «Μικρά Παρίσια», χωριουδάκια που ήταν περήφανα για τη νοικοκυροσύνη και την προκοπή τους. Σήμερα έχει πολλές «Μικρές Μανωλάδες», όπως κατήγγειλαν την Πέμπτη οι εργαζόμενοι στον επισιτισμό και τον τουρισμό.



Η Μικρή ΔΕΗ δεν είναι άμαθη και αθώα, όπως η μικρή Ελένη του παιδικού τραγουδιού. Είναι το φιλέτο της ΔΕΗ, το πιο κερδοφόρο κομμάτι της που παραδίδεται στους ιδιώτες χωρίς τις πέτσες και τα εντόσθια.



Ο στεναγμός, η κραυγή, η οργή επιτρέπονται: αρκεί να μη βγαίνουν από τα σύνορα της φυλακής, του στρατοπέδου, του χώρου εργασίας. Κάποτε όμως βγαίνουν και φτάνουν πολύ μακριά: από το Μπανγκλαντές και την Κίνα στη Βρετανία. Και η κραυγή αυτή είναι γραμμένη σε ένα πανάκι τόσο δα, κρυμμένο μέσα σ’ ένα φτηνό ρούχο, απ’ αυτά που προορίζονται για τους φτωχούς της Δύσης και όλου του κόσμου.


H Ανεργίτσα και ο Πειναλέων επανέρχονται, αλλά δίχως κουρέλια.



Η γυάλινη οροφή (glass ceiling) είναι ένας γνωστός όρος σε όσους έστω και ελάχιστα έχουν ασχοληθεί με το γυναικείο ζήτημα: είναι το ταβάνι που βρίσκουν οι γυναίκες εργαζόμενες και το οποίο τις καθηλώνει χαμηλά στην  ιεραρχία. Είναι μια αόρατη, άτυπη οροφή που δεν επιτρέπει στις γυναίκες να γίνουν διευθυντικά στελέχη και ας έχουν τα προσόντα, ένα φράγμα χτισμένο από προκαταλήψεις αιώνων μέσα στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες. Έτσι λένε οι κοινωνιολόγοι.



«Θέλω να κάνω διακοπές, αλλά η τσέπη μου δεν με ακολουθεί...» Έτσι έλεγε κάποτε (προ κρίσης) ένας οικογενειάρχης βιοπαλαιστής. Ήρθαν τα μνημόνια και η τσέπη κήρυξε απεργία διαρκείας.


Με χρηματικό πρόστιμο απειλεί ο δήμαρχος της Βερόνας όσους δίνουν φαγητό στους άστεγους που ζουν στο ιστορικό κέντρο της πόλης και τους οποίους χαρακτηρίζει «υγειονομικό και περιβαλλοντικό κίνδυνο». Ζήλεψε ο άνθρωπος τη δόξα του Λοβέρδου, που είχε χαρακτηρίσει «υγειονομική βόμβα» τις οροθετικές γυναίκες και τόσο αναίσχυντα τις είχε διαπομπεύσει.



Μπορείτε να φανταστείτε τον Χίτλερ να χορηγεί υποτροφίες σε ορφανά παιδιά που ο πατέρας τους εκτελέστηκε στη σφαγή των Καλαβρύτων; Ή να τους στέλνει  πασχαλινή λαμπάδα και σοκολατένια λαγουδάκια; «Δεν είμαστε κτήνη, όπως λένε εκείνοι που δε θέλουν να δουν τη Γερμανία να προκόβει. Έχουμε κι εμείς αισθήματα. Κι εμείς πονάμε με τον πόνο του ελληνικού λαού. Η Κατοχή είναι πικρή, αλλά ήταν αναγκαία».


Μιλώντας για τους χιλιάδες κατάδικους, εξόριστους στο ρωσικό νησί Σαχαλίνη, στην Άπω Ανατολή, ο Τσέχοφ γράφει: «Τους οδηγήσαμε εκεί αλυσοδεμένους, τους διαφθείραμε [...] βοηθήσαμε να πληθύνουν οι εγκληματίες και όλα αυτά τα κακουργήματα τ’ αποδίδαμε στους δεσμοφύλακες με τις κόκκινες μύτες. Μα [...] δε φταίνε οι δεσμοφύλακες, φταίμε όλοι μας, κι όμως μια δεκάρα δε δίνουμε [...] Και η πολυθρύλητη δεκαετία του ’60 τίποτα δεν έκανε για τους αρρώστους και τους φυλακισμένους, παραβιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την πιο σπουδαία υποθήκη του χριστιανικού πολιτισμού. Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι για τους ασθενείς κάτι γίνεται, αλλά για τους φυλακισμένους τίποτα απολύτως» (Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Περισσότερη ελευθερία: Ο Τσέχωφ, σελ. 159).



«[Εγώ και ο Αντώνης Σαμαράς] δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά δαυλοί αναμμένοι στο βωμό της πατρίδα μας. Oύτε πολιτικοί ούτε κάτι άλλο. Δαυλοί αναμμένοι στο βωμό της πατρίδας μας. Αυτό είμαστε». Αυτό δήλωσε ο Μπαλτάκος στο ραδιόφωνο μετά την παραίτησή του. Με περισσή σεμνότητα, εννοώντας ίσως δαυλοί φλεγόμενοι αλλά μη καιόμενοι, όπως η γνωστή βάτος της Παλαιάς Διαθήκης. (Προς το παρόν αυτός που καίγεται είναι ο λαός, ο εργαζόμενος και μη, ενώ παρανάλωμα του πυρός της ανεργίας γίνεται η νεολαία.)


...ή τι σχέση έχουν οι γιατροί και οι νοσοκόμες με τα σουβλάκια

Στο δρόμο για το Φισκάρδο. Ερείπια του ᾽53.

Μια φίλη μου Κεφαλονίτισσα θυμάται το σεισμό του 1953. Δε θυμάται τον παππού της, που την ώρα του τρίτου τρομαχτικύ σεισμού, που αποτελείωσε το νησί, δεν προσπάθησε να προφυλαχτεί, αλλά να κρατηθεί όρθιος -στην κυριολεξία. Ενώ η γη τρανταζόταν, αυτός πάλευε να κρατήσει την ισορροπία του, να μη σωριαστεί: «Δε θα σου περάσει!» φώναζε, «δε θα με ρίξεις κάτω!»



«Τραγική» είναι η ποιότητα των μεταναστών που δέχεται η Ελλάδα, υποστηρίζει ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, τραγική η διαφορά της κουλτούρας μας. Άλλο πράγμα ο μετανάστης από την πρώην Σοβιετική Ένωση ο οποίος συνήθως έχει ένα «μορφωτικό επίπεδο» και είναι «κατά κάποιο τρόπο Ευρωπαίος» και άλλο οι μετανάστες από τη βαθιά Ασία.



Ένα παλιό σύνθημα τώρα δικαιώνεται: το Συμβούλιο της Επικρατείας δίνει πίσω τα κλεμμένα -λάθος, τα κομμένα, κρίνοντας αντισυνταγματικές τις μνημονιακές περικοπές στους μισθούς και τα επιδόματα των ενστόλων.


Στη δεκαετία του ΄90 σπάνια κάποιος παραδεχόταν ανοιχτά ότι είναι φτωχός. Οι περισσότεροι πόζαραν σαν πλούσιοι ή σχεδόν πλούσιοι ή άφηναν να εννοηθεί ότι είχαν κάποια άκρη, κάποια γνωριμία ή συγγένεια με κάποιον πραγματικά πλούσιο. Σήμερα πολλοί μιλάνε για τη φτώχεια, αν όχι τη δική τους, έστω κάποιου άλλου που είναι πιο φτωχός, πιο απελπισμένος από αυτούς.