Κάποτε η Ελλάδα είχε πολλά «Μικρά Παρίσια», χωριουδάκια που ήταν περήφανα για τη νοικοκυροσύνη και την προκοπή τους. Σήμερα έχει πολλές «Μικρές Μανωλάδες», όπως κατήγγειλαν την Πέμπτη οι εργαζόμενοι στον επισιτισμό και τον τουρισμό.



Ο στεναγμός, η κραυγή, η οργή επιτρέπονται: αρκεί να μη βγαίνουν από τα σύνορα της φυλακής, του στρατοπέδου, του χώρου εργασίας. Κάποτε όμως βγαίνουν και φτάνουν πολύ μακριά: από το Μπανγκλαντές και την Κίνα στη Βρετανία. Και η κραυγή αυτή είναι γραμμένη σε ένα πανάκι τόσο δα, κρυμμένο μέσα σ’ ένα φτηνό ρούχο, απ’ αυτά που προορίζονται για τους φτωχούς της Δύσης και όλου του κόσμου.



Η γυάλινη οροφή (glass ceiling) είναι ένας γνωστός όρος σε όσους έστω και ελάχιστα έχουν ασχοληθεί με το γυναικείο ζήτημα: είναι το ταβάνι που βρίσκουν οι γυναίκες εργαζόμενες και το οποίο τις καθηλώνει χαμηλά στην  ιεραρχία. Είναι μια αόρατη, άτυπη οροφή που δεν επιτρέπει στις γυναίκες να γίνουν διευθυντικά στελέχη και ας έχουν τα προσόντα, ένα φράγμα χτισμένο από προκαταλήψεις αιώνων μέσα στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες. Έτσι λένε οι κοινωνιολόγοι.



Ένα παλιό σύνθημα τώρα δικαιώνεται: το Συμβούλιο της Επικρατείας δίνει πίσω τα κλεμμένα -λάθος, τα κομμένα, κρίνοντας αντισυνταγματικές τις μνημονιακές περικοπές στους μισθούς και τα επιδόματα των ενστόλων.



Και τότε ρίξανε τον κλήρο
να δούνε ποιος-ποιος θα πληρωθεί
οέ οέ οέ οέ...

Με κλήρωση πληρώθηκαν εργαζόμενοι σε έναν δημόσιο παιδικό σταθμό στην ιταλική πόλη Πράτο της Τοσκάνης. 



«Ήταν ένα ήσυχο παιδί, χωριατόπαιδο, οικογενειάρχης άνθρωπος. Δεν ήξερε από Αθήνα», λέει ο θείος του Τάσου Ντούπη. Και ο Τάσος Ντούπης είναι ο 28χρονος νέος από το Μαζαράκι της Πηνείας (του νομού Ηλείας), τον οποίο δολοφόνησε την Τρίτη ο μπράβος  ενός εστιατορίου στην Ομόνοια.




Πρωτοσέλιδο έγινε παγκοσμίως η είδηση για τη Μαύρη Πέμπτη του Ντιτρόιτ, όταν η πόλη έκανε αίτηση για υπαγωγή της στον πτωχευτικό κώδικα. Όμως αυτή η Μαύρη Πέμπτη απλώς είναι ο προάγγελος των μαύρων χρόνων που έρχονται -και όχι μόνο γι’ αυτή τη μαύρη πόλη, όπου οι μαύροι αποτελούν το 83% του πληθυσμού.


Aυτό το φονικό παιχνίδι δεν έχει νικητές: στο τέλος όλοι εξοντώνονται οικονομικά, επαγγελματικά, ηθικά, πνευματικά.


...ή όνειρα με «μετακινούμενο ορίζοντα»



Τα τρία κείμενα που ακολουθούν δημοσιεύτηκαν στο Πριν, το πρώτο ακριβώς πριν από 14 χρόνια. Η χθεσινή δολοφονική επίθεση κατά των εργατών της φράουλας δεν τα καθιστά επίκαιρα -επίκαιρα, δυστυχώς, τα καθιστά η τριτοκοσμικού τύπου μοντέρνα εκμετάλλευση της εργασίας πάνω στην οποία στηρίζονται τα «αναπτυξιακά» οράματα της κυβέρνησης.



Μια εξάμηνη σύμβαση εργασίας ήταν το μεγάλο δώρο που κληρώθηκε στη λαχειοφόρο αγορά που οργάνωσαν πριν από δύο εβδομάδες οι μαθητές ενός λυκείου του νομού Τρικάλων με σκοπό να συγκεντρώσουν χρήματα για την πενθήμερη εκδρομή τους.



1911: το κτίριο του Triangle, μετά την πυρκαγιά.


2012: το Τazreen Fashions,  μετά την πυρκαγιά






 Μια απειλή πλανιέται πάνω από την Ελλάδα, όπως φαίνεται από πρόσφατα δημοσιεύματα και δηλώσεις πολιτικών, ύστερα από τα γνωστά γεγονότα με τους εργαζόμενους των ναυπηγείων Σκαραμαγκά. Είναι η απειλή της ανομίας, της κατάλυσης του κράτους και της δημοκρατίας. Δεν είναι η απειλή της πείνας, του παγερού χωρίς πετρέλαιο χειμώνα, της ανεργίας, της κατάθλιψης, των αυτοκτονιών.

Εγκαταλειμμένο ορυχείο στη Σαρδηνία


Θα μπορούσε να ήταν σενάριο κινηματογραφικής ταινίας δράσης με τίτλο Το ορυχείο του τρόμου. Μόνο που δεν είναι. Πολλές οργιές κάτω από το χώμα, στην πιο φτωχή περιοχή της Σαρδηνίας, κάποιοι εργαζόμενοι έχουν καταλάβει ένα ορυχείο. Εκεί βρίσκονται και εκατοντάδες κιλά εκρηκτικής ύλης, που χρησιμοποιείται για την ανατίναξη πετρωμάτων.



Η δολοφονία 34 απεργών στο ορυχείο λευκόχρυσου στη Νότια Αφρική προστέθηκε στις μαύρες σελίδες του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Θυμίζει τους Πίνκερτον και τις αιματηρές απεργίες των ανθρακωρύχων στην Πενσυλβάνια, θυμίζει σφαγές στην τσαρική Ρωσία, το Ζερμινάλ του Ζολά, θυμίζει τον Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη.


Το εργοστάσιο της Πειραϊκής - Πατραϊκής έγινε πεδίο μιας μάχης, που ούτε στον χειρότερο εφιάλτη τους δεν θα φαντάζονταν οι σκαπανείς της ελληνικής βιομηχανίας.


Οι μετανάστες δεν έγιναν αδέλφια μας, αλλά εμείς γίναμε εν μισθώ αδελφοί τους.


Ο "ένοπλος άνεργος" της Κομοτηνής