Πρωτοσέλιδο έγινε παγκοσμίως η είδηση για τη Μαύρη Πέμπτη του Ντιτρόιτ, όταν η πόλη έκανε αίτηση για υπαγωγή της στον πτωχευτικό κώδικα. Όμως αυτή η Μαύρη Πέμπτη απλώς είναι ο προάγγελος των μαύρων χρόνων που έρχονται -και όχι μόνο γι’ αυτή τη μαύρη πόλη, όπου οι μαύροι αποτελούν το 83% του πληθυσμού.
Από τον περασμένο Μάρτιο ένας 54χρονος μαύρος δικηγόρος, ο Κέβιν Ορ, διορίστηκε οικονομικός τσάρος του Ντιτρόιτ, με έκτακτες υπερεξουσίες, από τον ρεπουμπλικανό κυβερνήτη της πολιτείας του Μίσιγκαν, τον Ρικ Σνάιντερ, που στις περιφερειακές εκλογές του 2010 είχε λάβει μόλις το... 5% των ψήφων των κατοίκων του Ντιτρόιτ. Γι’ αυτό το «οικονομικό πραξικόπημα», τα συμφέροντα που εκπροσωπεί ο Ορ και τις δραματικές επιπτώσεις που αυτή η «εξυγίανση» θα έχει για τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους έγραψε αναλυτικά ο Άρης Χατζηστεφάνου στο προηγούμενο φύλλο του Πριν.
Πριν 10 μέρες λοιπόν, ο Κέβιν Ορ, ο έκτακτος διαχειριστής (emergency manager) της πόλης έκανε αίτηση για υπαγωγή του Ντιτρόιτ στον πτωχευτικό κώδικα, γράφοντας στα παλιά του παπούτσια τις τοπικές δημοτικές αρχές, αλλά και την εκφρασμένη θέληση των πολιτών. Το Νοέμβριο του 2012 είχε διεξαχθεί στο Μίσιγκαν δημοψήφισμα για το αν ο κυβερνήτης της πολιτείας μπορεί να διορίζει έναν «υπερδήμαρχο» με έκτακτες εξουσίες: το 82% των πολιτών του Ντιτρόιτ καταψήφισε αυτή την πρόταση, ενώ σε ολόκληρη την πολιτεία την καταψήφισαν με 52%. Επίσης καταψήφισαν, με 83%, την πρόταση για εκμηδένιση του ρόλου των σωματείων στη σύναψη συλλογικών συμβάσεων, κάτι που αναπόφευκτα επιταχύνει τις περικοπές και τις ιδιωτικοποιήσεις. Ωστόσο, με ένα νέο νόμο της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας της πολιτείας, το αποτέλεμα του δημοψηφίσματος παρακάμφθηκε κι έτσι η τοπική αυτοδιοίκηση καπελώθηκε πανηγυρικά και νόμιμα.
Η πτώχευση μιας πόλης δεν είναι συγκρίσιμη με την πτώχευση μιας βιομηχανίας ή μιας τράπεζας. Οι πόλεις προσφέρουν υπηρεσίες πρώτης ανάγκης σε δεκάδες εκατομμύρια πολίτες που ανήκουν στο πιο ευάλωτο κομμάτι του πληθυσμού, ενώ τα έσοδά τους προέρχονται από τη φορολογία των μισθών και των συντάξεων όχι μόνο των «κλασικών» δημοτικών υπαλλήλων που έχουμε στην Ελλάδα, αλλά και των πυροσβεστών, των εκπαιδευτικών, των αστυνομικών, των εργαζομένων στην ύδρευση κ.λπ. Η χρεοκοπία της πόλης δεν σημαίνει μόνο διάλυση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και άγριες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, αλλά την πλήρη αποδιοργάνωση της λειτουργίας του άστεος... μια αποδιοργάνωση που στην Ελλάδα εφαρμόζεται σε δόσεις.
2.
Στη δεκαετία του ’20 το εργοστάσιο του Χένρι Φορντ στο Ρίβερ Ρουζ του Ντιτρόιτ ήταν το μεγαλύτερο στον κόσμο με 93 κτίρια συνολικού εμβαδού περίπου 1,5 εκατ. τ.μ., ενώ το ανάπτυγμα της γραμμής συναρμολόγησης, της αλυσίδας παραγωγής έφτανε περίπου τα 190 χιλιόμετρα. Ήταν το πιο εύγλωττο σύμβολο του θαυμαστού καινούργιου κόσμου, του δυναμισμού, της αισιοδοξίας του καπιταλισμού. Σήμερα αυτό που αποσυναρμολογείται με ταχύτατο ρυθμό δεν είναι μόνο η παλιά βιομηχανική εργατική τάξη, δεν είναι μόνο οι παλιές βιομηχανικές πόλεις, αλλά η ίδια η δημοκρατία και το κοινωνικό συμβόλαιο.. και όχι μόνο στο Ντιτρόιτ.
Όμως πουθενά αλλού στον κόσμο τα σημάδια της παρακμής του άστεος δεν είναι τόσο ορατά, τόσο εύγλωττα και σε τόσο μεγάλη έκταση όσο στο Ντιτρόιτ. Κάποιος το χαρακτήρισε «σαρκοφάγο του Αμερικανικού Ονείρου», ενώ ένας άλλος γράφει ότι το «Ντιτρόιτ έγινε ένα από εκείνα τα τοπωνύμια που δεν παραπέμπουν πια σε έναν τόπο αλλά, όπως η Πομπηία, η Χιροσίμα και η Δρέσδη, παραπέμπει στο τραυματικό τέλος ενός τόπου».
Κάποτε τα περισσότερα αυτοκίνητα στον κόσμο παράγονταν στο Ντιτρόιτ, ενώ σήμερα ούτε ένα στα δέκα δεν κατασκευάζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν μεταφέρει τις εγκαταστάσεις τους στις νότιες πολιτείες και στη Λατινική Αμερική όπου τα μεροκάματα είναι πολύ χαμηλότερα και ο συνδικαλισμός ανώδυνος. Είναι αυτονόητο ότι η αυτοκινητοβιομηχανία είναι ο κύριος παράγοντας της ραγδαίας ανόδου αλλά και του αργού θανάτου του Ντιτρόιτ -και τα σημάδια αυτού του θανάτου ήταν ορατά ήδη από τη δεκαετία του ’50. Η αίτηση για την υπαγωγή της πόλης σε καθεστώς πτώχευσης δεν είναι η πρώτη αλλά και ούτε και η τελευταία πράξη του δράματος.
Πολλοί αποδίδουν την παρακμή της πόλης στη μονομερή εξάρτησή της από την αυτοκινητοβιομηχανία, άλλοι στην υπερβολική ισχύ των συνδικάτων, άλλοι στο φαινόμενο του sprawling (της προαστιοποίησης) που εδώ έχει πάρει τερατώδεις διαστάσεις κι έχει οδηγήσει στη συρρίκνωση της φορολογικής βάσης της πόλης, άλλοι στη διαφθορά των τοπικών αρχών (εδώ και μισό αιώνα την πλειοψηφία στο δήμο έχουν πάντα οι Δημοκρατικοί). Το σίγουρο είναι ότι το Ντιτρόιτ μπήκε στην εντατική -και η δημοκρατία και οι πολίτες του στη χωματερή- όχι εξαιτίας της κακοδιαχείρισης. Δομικές, επισημαίνουν οι πιο σοβαροί αναλυτές, είναι οι αιτίες της χρεοκοπίας της πόλης, αιτίες που έχουν σχέση με τη φύση του σύγχρονου καπιταλισμού, με το ρόλο του κράτους και των αγορών, και όχι με τους λανθασμένους χειρισμούς μεμονωμένων ανθρώπων ή επιχειρήσεων.
Κάποτε το Ντιτρόιτ ήταν η μεγαλύτερη εργατική πόλη στην πιο πλούσια χώρα του κόσμου. Ήταν η Μέκκα της μαύρης κουλτούρας με λαμπρότερο δείγμα τη θρυλική δισκογραφική εταιρεία Μοτάουν. Το έχουν χαρακτηρίσει «η Σίλικον Βάλεϊ της εποχής της τζαζ» και «Παρίσι τoυ Μιντγουέστ». Η καινοτομία, η πρόοδος ήταν το σήμα κατατεθέν της πόλης. Με χορηγίες και των Βig Three, των τριών μεγάλων αυτοκινητοβιομηχανιών, χτίστηκαν αρχιτεκτονικά αριστουργήματα, τα περισσότερα από τα οποία σήμερα ρημάζουν. Π.χ., ο ερειπωμένος σιδηροδρομικός σταθμός του Ντιτρόιτ, που τη δεκαετία του ’80 έπαψε να λειτουργεί, σχεδιάστηκε από το ίδιο αρχιτεκτονικό γραφείο που σχεδίασε τον περίφημο κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Νέας Υόρκης, ένα οικοδόμημα που στη δεκαετία του ’20 είχε γοητεύσει τον Μαγιακόφσκι. Όπως οι ηγεμόνες των αρχαίων αυτοκρατοριών έχτιζαν μνημειώδη μνημεία, έτσι και ο Φορντ και οι όμοιοί του ήθελαν απτά σύμβολα, εντυπωσιακές αποδείξεις της ισχύος των ιδίων και των πόλεών τους. Έδιναν χρήματα για τις εικαστικές τέχνες, την παιδεία, τη στέγαση της εργατικής τάξης χωρίς φυσικά αυτό να συμβαίνει ότι καταργούνταν οι νόμοι της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Οι βιομηχανικοί εργάτες του Ντιτρόιτ, που ήρθαν από τον φτωχό αγροτικό Νότο, ήταν κάποτε η εργατική αριστοκρατία, σε σύγκριση βέβαια με ό,τι επικρατούσε σε άλλες χώρες και σε άλλες περιοχές των ΗΠΑ.
Το 1929 ένας μεγάλος αμερικανός ποιητής είχε χαρακτηρίσει το Ντιτρόιτ «Η πιο μοντέρνα πόλη στον κόσμο», μια πόλη «χωρίς παρελθόν... χωρίς ιστορία». Εξήντα χρόνια αργότερα, ο Μαρκ Μπινέλι, ένας δημοσιογράφος και συγγραφέας που γεννήθηκε και μεγάλωσε εδώ, λέει ότι σήμερα το Ντιτρόιτ «είναι μια πόλη με ένα αβέβαιο παρόν και σίγουρα χωρίς μέλλον» (Detroit: A place to live, 2012). Απαισιοδοξία; Δυστυχώς, η απαισιοδοξία δεν αφορά μόνο το Ντιτρόιτ αλλά πολλές αμερικανικές πόλεις που αργά ή γρήγορα θα ακολουθήσουν το παράδειγμά του.
Στη δεκαετία 1978-88, από την πολεοδομία της πόλης εκδόθηκαν 9.000 άδειες για νέες κατοικίες και 108.000 άδειες κατεδάφισης, όμως πάμπολλα είναι τα κτίρια που κατεδαφίστηκαν χωρίς άδεια είναι πολύ περισσότερα. Τα εγκαταλειμμένα ακίνητα υπολογίζονται σε 70.000 και είναι διάσπαρτα σε ολόκληρη την πόλη. Πολλά από αυτά είναι αρχιτεκτονικά αριστουργήματα, αρ ντεκό ουρανοξύστες και λαμπρά δείγματα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής. Και η εικόνα είναι πράγματι αποκαρδιωτική.
Ωστόσο, οι κάτοικοι του Ντιτρόιτ, όσοι έχουν απομείνει, δεν έχουν καταθέσει τα όπλα. Τουλάχιστον όχι όλοι. Δεν καταφεύγουν όλοι στα ναρκωτικά και στο έγκλημα. Έχουν περηφάνια και αξιοπρέπεια. Κάποιοι οργανώνουν περιπόλους για να προφυλάξουν τις γειτονιές τους από τις λεηλασίες και τους εμπρησμούς κατοικιών (ένα εξαιρετικά σύνηθες φαινόμενο καθώς ένα απανθρακωμένο κτίριο θεωρείται πιο ασφαλές από ένα ετοιμόρροπο!), σανιδώνουν τα παράθυρα του εγκαταλειμμένου γειτονικού σπιτιού, φτιάχνουν παιδότοπους, παιδικές χαρές, κουρεύουν το δικό τους γκαζόν αλλά και το γκαζόν του φευγάτου γείτονα για να μη θεριέψουν τα αγριόχορτα. Όσο καλές όμως και αξιέπαινες και αν είναι οι προθέσεις τους, οι φτωχοί κάτοικοι του Ντιτρόιτ δεν μπορούν να επισκευάσουν τις στέγες που βουλιάζουν ή να ηλεκτροφωτίσουν τους σκοτεινούς δρόμους (το 40% του δικτύου φωτισμού των δημόσιων χώρων έχει αχρηστευθεί). Δεν μπορούν -και δεν πρέπει- να υποκαταστήσουν την αστυνομία, που επίσης είναι ξεχαρβαλωμένη. Η τρομερά υψηλή εγκληματικότητα στο Ντιτρόιτ δεν οφείλεται μόνο στη φτώχεια, αλλά και στο πολύ μικρό ποσοστό εξιχνίασης των εγκλημάτων (8,7% των υποθέσεων). Εδώ η λιγότερη αστυνομία δεν σημαίνει περισσότερη ελευθερία, αλλά περισσότερο φόβο.
Σήμερα το Ντιτρόιτ είναι η πιο φτωχή πόλη της Αμερικής, με μέσο οικογενειακό εισόδημα είναι 27.862 δολάρια, δηλ. το μισό της μέσης αμερικανικής οικογένειας. Η επίσημη ανεργία είναι διπλάσια του μέσου όρου ενώ τα μισά μαύρα παιδιά ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας. Ταυτόχρονα, η Μείζων Περιοχή του Ντιτρόιτ, η οποία περιλαμβάνει και τα προάστια της πόλης, συγκαταλέγεται στα πέντε μεγαλύτερα οικονομικά κέντρα της χώρας και στα τέσσερα μεγαλύτερα κέντρα απασχόλησης στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας, ενώ εδώ βρίσκονται μερικά εξαιρετικές πανεπιστημιακές σχολές αρχιτεκτονικής και μηχανολογίας.
Το 1900 το Ντιτρόιτ είχε 250.000 κατοίκους, ενώ το 1950, όταν ο πληθυσμός του είχε φτάσει τα 2 εκατ., ήταν η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Αμερικής. Σήμερα ο πληθυσμός της είναι κάτω από 800.000. Κάποιοι παρομοιάζουν το Ντιτρόιτ με τις πόλεις που ξεφύτρωσαν στα χρόνια του Πυρετού του Χρυσού και εξαφανίστηκαν απότομα. Με τη διαφορά ότι εκείνες οι πόλεις ήταν εξαρχής εφήμερες, όμως οι κάτοικοι του Ντιτρόιτ πίστευαν ότι η πόλη τους θα υπήρχε για πάντα. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ντιτρόιτ είχε 1.600.000 λευκούς κατοίκους, όμως 1.400.000 απ’ αυτούς έχουν φύγει. Εδώ και 25 χρόνια τα προάστια έχουν ξεπεράσει την πόλη όχι μόνο ως προς τον πληθυσμό αλλά και το εισόδημα και την εμπορική κίνηση... ακόμα και το μπάσκετ! Σύμφωνα με δημογραφικές προβολές, ο πληθυσμός της πόλης θα σταθεροποιηθεί στο μισό εκατομμύριο, ενώ μια πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε ότι το 40% των κατοίκων σχεδιάζουν ενα αναχωρήσουν μες στην επόμενη πενταετία.
Κάποιοι βλέπουν ένα πράσινο φως στην άκρη του τούνελ: καθώς τα εγκαταλειμμένα οικόπεδα μέσα στην πόλη είναι άφθονα, πολλοί τα μετατρέπουν σε χωραφάκια. Τα αγροτικά προϊόντα μοιράζονται ανάμεσα στους γείτονες ή μοιράζονται στα συσσίτια των απόρων. Πράγματι, όταν πεινάς, είναι προτιμότερο να καλλιεργείς τη γη παρά να κάθεσαι με σταυρωμένα χέρια. Όμως αυτό που συμβαίνει δεν είναι η πράσινη ανάπτυξη, αλλά η πράσινη επιβίωση, η επιστροφή στην εποχή του κυνηγού και του τροφοσυλλέκτη. Το Ντιτρόιτ έγινε μεγαλούπολη χάρη στη μαζί μετανάστευση των αγροτών του Νότου που ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Σήμερα, τα εγγόνια και τα δισέγγονα αυτών των ξεριζωμένων επιστρέφουν στις συνθήκες ζωής των στερημένων προγόνων τους!
Τα νέα ταξικά σύνορα και η «αισθητικοποίηση» των ερειπίων
Αν και το Ντιτρόιτ πέφτει πολύ μακριά από την Ελλάδα, είναι αδιανόητο το να θέλει κανείς να κατανοήσει την εποχή του και μη βλέπει την κρίση των πόλεων, να αγνοεί τις τεράστιες δημογραφικές αλλαγές και τις μετακινήσεις πληθυσμού σε όλο τον πλανήτη. Η κρίση των πόλεων που μαραζώνουν «και» λόγω της αποβιομηχανοποίησης όπως το Ντιτρόιτ (αλλά και η Φιλαδέλφεια, το Πίτσμπουργκ, το Μπάφαλο, το Κλίβελαντ κ.ά.), είναι μια εύγλωττη εικονογράφηση της κρίσης του καπιταλισμού, της κίνησης του κεφαλαίου, της φυγής του σε πιο προσοδοφόρους τόπους, κλάδους, δραστηριότητες.
Ο Ρόμπερτ Ράιχ, που έχει διατελέσει υπουργός Οικονομικών του Μπιλ Κλίντον, λέει ότι σήμερα το εισόδημα είναι η πιο βαθιά, η πιο αμείλικτη διαχωριστική γραμμή στις ΗΠΑ: «Πριν από 40 χρόνια, στις περισσότερες πόλεις συνυπήρχαν πλούσιοι, μικρομεσαίοι και φτωχοί κάτοικοι. Τώρα κάθε εισοδηματική ομάδα τείνει να κατοικεί στη δική της πόλη μέσα στην πόλη». Από τη μια, εξαιρετικά δημόσια σχολεία, συγκοινωνίες και υπηρεσίες, όμορφα πάρκα, επαρκής αστυνόμευση και, από την άλλη, φριχτά σχολεία, ερειπωμένα πάρκα, υψηλή εγκληματικότητα και τριτοκοσμικού επιπέδου υπηρεσίες. Η χωροταξική διάκριση έχει γίνει σήμερα τόσο ισχυρή που «το να είσαι πλούσιος στην Αμερική σημαίνει να μην αναγκάζεσαι να διασταυρωθείς με κάποιον που δεν είναι»!
Κάποιοι θύλακες στο κέντρο του Ντιτρόιτ δίνουν μια παραπλανητική εικόνα ανάκαμψης: οικοδομικά τετράγωνα με νεόδμητα συγκροτήματα κατοικιών, κάποιες παλιές γειτονιές που διατηρούνται σε καλή κατάσταση, μερικά ανακαινισμένα κτίρια, μερικές δεκάδες νέες επιχειρήσεις (μέχρι 50 εργαζόμενους η καθεμιά) και καμιά δεκαριά καζίνο που ιδρύθηκαν μετά το 2000, αλλά δεν έδωσαν στην πόλη το φιλί της ζωής όπως κάποιοι προσδοκούσαν. Όμως οι παλιές εργατικές συνοικίες είναι ένας άλλος κόσμος, όπως βλέπουμε στην ταινία 8 Mile του λευκού ράπερ Έμινεμ που ονομάστηκε έτσι από το δρόμο 8 Mile, το παραδοσιακό βόρειο σύνορο ανάμεσα στο μαύρο Ντιτρόιτ και τα λευκά προάστιά του.
Σε ένα μήνα συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη θρυλική Πορεία στην Ουάσιγκτον της οποίας είχε ηγηθεί ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Από τότε μέχρι σήμερα ο μαύρος πληθυσμός έχει κερδίσει πολλά στον τομέα των πολιτικών δικαιωμάτων. Πολλές από τις παλιές φυλετικές διακρίσεις, πολλοί νομικοί περιορισμοί έχουν καταργηθεί, όμως οι διακρίσεις έχουν γίνει πιο ταξικές, πιο αδυσώπητες. «Σήμερα οι μαύροι είναι περισσότερο ελεύθεροι, αλλά λιγότερο ίσοι», λέει ένας γνωστός αναλυτής. Σε απόλυτους αριθμούς, σήμερα υπάρχουν πιο πολλοί φτωχοί μαύροι από ό,τι το ΄60, ενώ η βρεφική θνησιμότητα στο μαύρο πληθυσμό είναι 1,14% -διπλάσιο ποσοστό από ό,τι στους λευκούς (0,51%). Οι Αφροαμερικανοί αποτελούν το 14% του γενικού πληθυσμού, αλλά και το ένα εκατομμύριο από τα 2,1 εκατ. φυλακισμένων στις ΗΠΑ... και ας πληθαίνουν τα σαξές στόρις με μαύρους πρωταγωνιστές.
Όπως ο Έλληνας άνεργος είναι ελεύθερος να ψωνίζει από τα καταστήματα και τις Κυριακές, έτσι και ο άνεργος μαύρος του Ντιτρόιτ είναι ελεύθερος να παίξει σε κάποιο από τα καζίνο της πόλης του -κανείς δεν θα του απαγορεύσει την είσοδο λόγω χρώματος. Το Ντιτρόιτ δεν είναι εχθρικό προς τον πολίτη γενικά: είναι εχθρικό κυρίως προς τον μαύρο εργάτη τον οποίο είχε κάποτε πλανέψει με την υπόσχεση της καλά αμειβόμενης εργασίας στο εργοστάσιο. Και ο μαύρος εργάτης διαπιστώνει ότι οι χθεσινοί λευκοί του σύμμαχοι στον αγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα, δεν είναι σήμερα σύμμαχοι στον αγώνα του για ισότητα, όπως παρατηρεί ο Τζέσε Τζάκσον. Όμως τα συντρίμμια (της δημοκρατίας, των κτιρίων, των ανθρώπων) του Ντιτρόιτ δεν αφορούν μόνο τους μαύρους ή μόνο τους Αμερικανούς.
Τα τελευταία πέντε χρόνια τα βιομηχανικά και άλλα ερείπια του Ντιτρόιτ είναι «καλτ». Έχουν εκδοθεί φωτογραφικά λευκώματα με εντυπωσιακές καλλιτεχνικές φωτογραφίες, έγκριτα περιοδικά και εφημερίδες φιλοξενούν αφιερώματα για τους αρχιτεκτονικούς θησαυρούς που καταρρέουν, πολλά ντοκιμαντέρ έχουν γυριστεί, ενώ η ερειπωμένη πόλη έχει γίνει ιδανικό ντεκόρ (φτηνό και έτοιμο) για το γύρισμα ταινιών καταστροφής ή επιστημονικής φαντασίας. Εδώ γυρίστηκε ο Ρόμποκοπ, εδώ θα στηθεί το 2014 ο μπρούντζινος ανδριάντας του! Κάποιοι μιλούν για το φαινόμενο του «ντιτροϊτισμού», την αισθητικοποίηση της καταστροφής, δηλ. την εκμετάλλευση της παρακμής της πόλης στο επίπεδο της αισθητικής, της εικαστικής ευαισθησίας.
Μια πόλη μνημείο και ταυτόχρονα μνήμα. Οι εικόνες των ένδοξων ερειπίων είναι πράγματι συγκλονιστικές. Ωστόσο, ακόμα πιο συγκλονιστική από τις εικόνες των ξεκοιλιασμένων κινηματογράφων, εκκλησιών και αιθουσών χορού είναι η πραγματικότητα των αριθμών, η άχαρη στατιστική. Π.χ., το «ειδησάκι» ότι το 50% των κατοίκων του Ντιτρόιτ είναι λειτουργικά αναλφάβητοι (δηλ. έχουν φοιτήσει στο σχολείο αλλά δυσκολεύονται να διαβάσουν ακόμα και έναν κατάλογο φαγητών στο εστιατόριο) δείχνει ότι το μεγάλο κεφάλαιο, οι βαρόνοι της αυτοκινητοβιομηχανίας και πρώην πάτρωνες της πόλης δεν εγκατέλειψαν μόνο τα εργοστάσια και την υποδομή τους αλλά και αυτούς που δημιούργησαν τον πλούτο τους, την εργατική τάξη της πόλης. Στο Ντιτρόιτ δεν ρημάζουν μόνο τα κτίρια: κυρίως ρημάζει και η μέχρι χθες «περήφανη και αθάνατη εργατιά».
(ΠΡΙΝ, 28-7-13)

0 Responses to "Ντιτρόιτ: η αποσυναρμολόγηση του κοινωνικού συμβολαίου"
Δημοσίευση σχολίου