1:42 π.μ.
«Με έχουν περικυκλώσει τα αδιάβαστα», λέει με παράπονο ένας
συνάδελφος, εννοώντας τα βιβλία και έντυπα που έχει στην κατοχή του. «Πηγαίνω
στα βιβλιοπωλεία, αγοράζω βιβλία, τα ξεφυλλίζω, τα χαϊδεύω, καταλαβαίνεις, το
φετίχ του πράγματος, τα ταξινομώ και μετά δεν προλαβαίνω να τα διαβάσω».
Προσπαθώ να τον παρηγορήσω, να του πω ότι δεν ζούμε για να
διαβάζουμε και ότι το να συζητήσεις πίνοντας έναν καφέ, μια μπίρα, συντροφιά με
έναν παλιό ή καινούργιο φίλο είναι σαν να διαβάζεις ένα βιβλίο -και να το
γράφεις ταυτόχρονα-, όμως η απάντησή του με αποστομώνει: «Δεν καταλαβαίνεις,
ούτε γι’ αυτό έχω χρόνο».
Βιβλία και άρθρα εφημερίδων αδιάβαστα, ντιβιντί άπαιχτα, σιντί
ανήκουστα, συνταγές μαγειρικής αδοκίμαστες, τόποι αταξίδευτοι, νούμερα
τηλεφώνων που σκουριάζουν στη μνήμη του κινητού μας, πλήκτρα ανέγγιχτα. Το
στερητικό «α» σε όλο του το μεγαλείο. Ασφαλώς υπάρχουν κάποια άλλα «α», κάποια
«χωρίς», πολύ πιο δραματικά: χωρίς δουλειά, χωρίς άδεια παραμονής, χωρίς
ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, χωρίς πόσιμο νερό, χωρίς σπίτι, χωρίς οικογένεια,
χωρίς φίλους και πατρίδα. Εδώ όμως μιλάμε για τη στέρηση εκείνων των περιττών
που δίνουν νόημα στα αναγκαία. Χωρίς τα αναγκαία δεν υπάρχει ζωή, αλλά και
χωρίς τα περιττά η ζωή εκφυλίζεται σε επιβίωση. Ωστόσο, οι άνθρωποι, εμείς και
οι άλλοι, δίνουν νόημα και στα βιβλία και στη μουσική και στους λεγόμενους ταξιδιωτικούς
προορισμούς. Σε αντίθεση όμως με τα βιβλία και τα σιντί, οι άνθρωποι δεν
παραμένουν αναλλοίωτοι, δεν περιμένουν υπομονετικά στο ράφι το φιλί του
πρίγκιπα - αναγνώστη. Γερνούν, αλλάζουν, απομακρύνονται, χάνονται. Γεμάτες
μπορεί να φαίνονται οι πλατείες, βελόνα να μην πέφτει τις νύχτες στου Ψυρρή,
ξεχειλισμένες να ’ναι οι ταβέρνες τα Σαββατόβραδα, καρέκλα να μη βρίσκεις σε
κάποια καφενεία, όμως στους χίλιους ανθρώπους που μιλούν ακατάπαυστα
αντιστοιχούν μυριάδες που δεν μιλούν με κανέναν ή που ακούν την τηλεόραση να
τους μιλάει.
Στη μοναχική πράξη της ανάγνωσης υπεισέρχονται οι άλλοι, αφού το
βλέμμα και η κρίση μας αλλάζουν ανάλογα με τις επιδράσεις που δεχόμαστε από
άλλους ανθρώπους - το ίδιο ισχύει και για τη μουσική που ακούμε, τις ταινίες
που βλέπουμε, τις αρχές και τις ιδέες που υιοθετούμε. Είναι, νομίζω, αυτονόητο
ότι σημασία δεν έχει το πόσες ώρες διαβάζουμε το μήνα ή το έτος αλλά το πώς
διαβάζουμε, το πώς επανασυνθέτουμε και μοιραζόμαστε ό,τι διαλέξαμε ή έτυχε να
διαβάσουμε ή μάθαμε από ανθρώπους πιο διαβασμένους από εμάς. Υπάρχουν άνθρωποι
- κινητές βιβλιοθήκες αλλά και κινητές φούσκες, άνθρωποι ρευστοί που παίρνουν
το σχήμα της φιάλης των συμφερόντων τους, άνθρωποι καθρέφτες του εγώ τους.
Ανθρωποι - βιβλία με τις σελίδες τους φαρμακωμένες όπως στο «Ονομα του Ρόδου».
Η ανάγνωση είναι, ή θα μπορούσε να είναι, μια κοινωνική ανταλλαγή,
μια αλυσίδα με σπασμένους κρίκους αλλά και με συνεχείς, απρόβλεπτες
γονιμοποιήσεις. Μολονότι οι γραμμένες λέξεις γύρω μας πληθαίνουν -σε χάρτινη ή
σε ψηφιακή μορφή- η αφομοίωση, η πρόσληψη, η αξιοποίησή τους γίνεται όλο και
πιο μοναχική, όλο και πιο παγερά ατομική... Και ας βουίζουν τα chat rooms, και
ας μας ζητούν τα blogs να προσθέσουμε το σχόλιό μας.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, «Αποτυπώματα»)
0 Responses to "Τα αδιάβαστα (18-11-07)"
Δημοσίευση σχολίου