Ο τηλεακόρεστος ή παμφάγος τηλεθεατής, καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, το πρόγραμμα των καναλιών.


«Δεν έχουμε τι να δούμε», παραπονιούνται αρκετοί τηλεθεατές. Δεν εννοούν τις ενημερωτικές εκπομπές, τις εκπομπές λόγου ή τα λίγα αλλά καλά ελληνικά ντοκιμαντέρ. Εννοούν τον τομέα της ψυχαγωγίας, τις εκπομπές που μπορεί να δει ένα ζευγάρι το βράδυ, αφού έχουν κοιμηθεί τα παιδιά. Δυσεύρετες είναι οι ελληνικές ψυχαγωγικές παραγωγές (σειρές μυθοπλασίας, τηλεταινίες, θέατρο, μουσικές εκπομπές), καθώς στη φετινή σεζόν προβλήθηκαν πολλά ριάλιτι, τάλεντ σόου και τηλεπαιχνίδια φιγούρας και τάχα γνώσεων.

Ας επιστρέψουμε στο παρελθόν, προτείνουν κάποιοι, ας δούμε ξανά τις καλές βρετανικές σειρές που είχαν προβληθεί στην κρατική τηλεόραση στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ή ας προβάλλουν τα ιδιωτικά κανάλια παλιές καλές κινηματογραφικές ταινίες, που τις αγάπησαν οι προηγούμενες γενιές και ίσως μπορούν να αγαπηθούν και από τις νεότερες.

Οι τηλεθεατές που παραπονούνται για τη φτώχεια του ψυχαγωγικού περιεχομένου δεν είναι αιθεροβάμονες. Εχουν επίγνωση ότι η οικονομική κρίση έχει πλήξει και την ελληνική τηλεόραση, ότι τα κανάλια είναι υποχρεωμένα να παίρνουν σοβαρά υπόψη το κόστος. Μόνο που το καλό δεν προσφέρεται δωρεάν. Τα δικαιώματα για την προβολή των αριστουργημάτων του παγκόσμιου κινηματογράφου δεν είναι ισόβια και η προβολή, π.χ., μιας ιταλικής νεορεαλιστικής κωμωδίας στοιχίζει. Αντίστοιχα στοιχίζει και η επαναπροβολή κάποιων καλών ξένων σειρών που αγαπήθηκαν στην εποχή τους, χωρίς όμως να είναι εγγυημένη και η τωρινή τους απήχηση.

Αυτό που δεν στοιχίζει είναι η επαναπροβολή των παραγωγών των ίδιων των καναλιών, γι’ αυτό και σημειώνουν ρεκόρ επαναλήψεων κωμικές σειρές όπως οι «Απαράδεκτοι», «Κωνσταντίνου και Ελένης», «Το ρετιρέ», «Δυο ξένοι» κ.ά. Οσο για κάποιες καλές σειρές του BBC που έχουν επαναπροβληθεί τα τελευταία χρόνια στην ΕΤ1, δυστυχώς οι περισσότεροι τηλεθεατές τούς γυρίζουν την πλάτη –και αυτή η αντίδραση εξηγείται. Η τηλεόραση είναι το βασίλειο του «εδώ και τώρα», όχι της νοσταλγίας. Ξέρω πολλούς που είναι ικανοί να ξενυχτήσουν για να δουν ή να ξαναδούν ένα καλό φιλμ νουάρ, όμως κανείς από αυτούς δεν θα δεχόταν ένα «μηχανάκι» της Νielsen (πρώην AGB) στο σπίτι του. Αυτοί οι τηλεθεατές είναι εκτός τηλεμετρήσεων, εκτός αγοράς.

Στο μέσο γούστο απευθύνονται τα κανάλια και αυτό το μέσο γούστο έχει, λίγο έως πολύ, παγιωμένα χαρακτηριστικά, ηλικιακά και κοινωνικά. Ο heavy viewer, ο τηλεακόρεστος ή ο παμφάγος τηλεθεατής, αυτός που περνά πολλές ώρες μπροστά στην τηλεόραση (ή αφήνει πολλές ώρες ανοιχτό το «μηχανάκι», ακόμα και αν ο ίδιος δεν παρακολουθεί) καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, το πρόγραμμα. Ο ανήσυχος, ο απαιτητικός τηλεθεατής πρέπει να αρκεστεί στις ποιοτικές και συνήθως μη εμπορικές εκπομπές, στις «κόχες», όπως έχουν χαρακτηριστεί.

Δεν υπάρχουν μόνο κανάλια, αλλά και τηλεθεατές διαφορετικών ταχυτήτων, όπως συμβαίνει και σε άλλα πεδία της κοινωνίας. Το ιδανικό θα ήταν τα κανάλια να καλλιεργούν το κοινό τους, να ανεβάζουν τον πήχυ του «μέσου γούστου». Π.χ., αν κάποιος τηλεθεατής παρακολουθήσει έστω και ένα επεισόδιο της σειράς «Glee», ενός νεανικού μιούζικαλ, που είναι προσιτή μόνο στους συνδρομητές της Conn-x, δεν μπορεί παρά να καγχάσει βλέποντας τη Eurovision. Και μιλάμε για μια εμπορική σειρά, όχι για υψηλή καλλιτεχνία. Ωστόσο, ακόμα και το «Glee» πέφτει βαρύ και στο στομάχι του μέσου τηλεθεατή και στον προϋπολογισμό των καναλιών.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ένθετο "tv", 29/5/11)


0 Responses to "Καλή ψυχαγωγία με το σταγονόμετρο"

Δημοσίευση σχολίου