Αν και ο «Ψεύτης παππούς» (ΕΤ1), που στηρίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Αλκης Ζέη, είναι ένα σύγχρονο και καλογυρισμένο σίριαλ, πατώνει στις λίστες της ΑGB. Κάποιοι δεν θέλουν να το δουν ούτε με σφαίρες και υποστηρίζουν πως οι σειρές της ΕΡΤ μυρίζουν «ποιοτίλα», εννοώντας έναν επιτηδευμένο καθωσπρεπισμό - μια προκατάληψη άδικη αλλά υπαρκτή.

Και μόνο το ότι εδώ παίζουν, με κέφι και νεύρο, δύο ιερά τέρατα του θεάτρου μας είναι μια καλή αιτία για να δούμε, έστω από περιέργεια, τι είναι αυτός ο μπάρμπας μας ο ψεύτης. Ο παππούς (Γιώργος Μιχαλακόπουλος) είναι ένας συνταξιούχος ηθοποιός και ο 10χρονος εγγονός του Αντώνης (Κωνσταντίνος Νικολάου) ένα εκφραστικό και έξυπνο αγοράκι.
Ο άνευ γιαγιάς παππούς έχει το τηλεοπτικό ελάττωμα να μην ξεμωραίνεται με μια ζουμερή αλλοδαπή και συνταξο-κυνηγό όπως συχνά συμβαίνει με τους βιολογικούς ομόλογούς του. Αν και λατρεύει τον εγγονό, τον γιο και τη νύφη του, δεν είναι εξάρτημά τους: έχει τη δική του πλούσια εσωτερική ζωή, τη σχέση του με τους μαθητές του, το δικό του μικρό διαμέρισμα, τους περιπάτους του στο κέντρο της Αθήνας, τον κολλητό του φίλο και παλιό συνάδελφο (Γιώργος Μοσχίδης).
Επιπλέον, η οικογένεια του Αντώνη έχει το τηλεοπτικό πρόβλημα να μην έχει κανένα πιεστικό πρόβλημα (οικονομικό, επαγγελματικό κ.λπ.). Ο μαμάς και η μπαμπά δεν τσακώνονται, δεν έχουν εξωσυζυγικές περιπέτειες, δεν ζηλεύουν και δεν ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον. Δεν είναι χαζοχαρούμενοι, αλλά ούτε και φωνακλάδες και υστερικοί όπως τα περισσότερα τηλεοπτικά ζευγάρια. Επιπλέον, η οικιακή βοηθός της οικογένειας (Μαρία Τσιμά) δεν είναι νέα, ωραία και σέξι (όπως στα ελληνικά σίριαλ «Υπάρχουν άντρες και άντρες» και «40 κύματα») αλλά μια πρόσχαρη κι έξυπνη Ρωσίδα -ένας από τους πιο ζεστούς και συμπαγείς χαρακτήρες της σειράς.
Το σενάριο σεβάστηκε το βιβλίο - με την ουσιαστική, τη δημιουργική και όχι απλώς την τυπική έννοια. Οι διάλογοι είναι ζωντανοί και ο σκηνοθετικός ρυθμός είναι γρήγορος αλλά όχι αγχωτικός. Αν και στο βιβλίο η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, η συγγραφέας υιοθετεί την οπτική γωνία του παιδιού, όχι των μεγάλων - και η γωνία αυτή υπάρχει στο έργο, χωρίς όμως να δεσπόζει.
Κεντρικό θέμα είναι η σχέση παππού και εγγονού. Ενας ασυνήθιστος παππούς και ένα συνηθισμένο καλοπροαίρετο εγγονάκι. Ο παππούς, με τον παρισινό του αέρα, είναι καλλιεργημένος, ευαίσθητος, γενναιόδωρος, αντιρατσιστής μέχρι το κόκαλο, αντικομφορμιστής, γοητευτικός, κομψός, ευφυολόγος... τόσο τέλειος που καταντά εξωπραγματικός. Με εξαίρεση την υστερική Ιδιοκτήτρια (με Ι κεφαλαίο) ενός διαμερίσματος στην πολυκατοικία του Αντώνη, όλοι οι χαρακτήρες είναι ευγενικοί, φινετσάτοι και μορφωμένοι (αρχαιολόγος η μαμά, αρχιτέκτων ο μπαμπάς, καθηγητής πανεπιστημίου ο άλλος παππούς) και μοιάζουν να μην τους αγγίζουν οι πεζότητες, τα βάσανα και τα συμπλέγματα των κοινών ανθρώπων. Με έναν τρόπο, ανήκουν σε μια ελίτ, όχι του χρήματος αλλά του πνεύματος, της Αριστεράς και της προόδου. Μόνο που στις μέρες μας αυτές οι τόσο φυσιολογικές ιδιότητες, που θα μπορούσαν να χαρακτηρίζουν κάθε άνθρωπο, δεν φαίνονται αυτονόητες αλλά εξωτικές, παλιομοδίτικες και εκκεντρικές.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα")

0 Responses to "Ψεύτης, όχι ψεύτικος (13-11-08)"

Δημοσίευση σχολίου