Eίμαι μια κάμερα παρακολούθησης, μια κάμερα της οδού Πατησίων. Δεν γνώρισα τους πραγματικούς μου γονείς γιατί συναρμολογήθηκα σε ένα καμεροτροφείο. Από μικρή βγήκα στο κλαρί, στην κορυφή ενός τσιμεντένιου στύλου κι έμεινα εκεί. Δεν μιλώ, όμως βλέπω και ακούω. Βλέπω τρόλεϊ και αυτοκίνητα, σκονισμένα δέντρα και περίπτερα, μα πιο πολύ μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο που περνά. Οπως λέει και εκείνη η διαφήμιση για ουίσκι, μπορώ να αγγίξω την αιωνιότητα, Ι can touch immortality.
Κάθε μέρα βλέπω τα ίδια και τα ίδια, όμως προχθές το μεσημέρι συνέβησαν ασυνήθιστα πράγματα. Συγκέντρωση, πορεία, κόσμος πολύς. Με άσπρα μαλλιά, με βαμμένα μαλλιά, με μακριά μαλλιά, με λίγα μαλλιά, χωρίς μαλλιά. Αλλοι είχαν τα χέρια τους ελεύθερα, άλλοι κρατούσαν μεγάλα πανιά με λέξεις και ζωγραφιές. Κάποιοι κρατούσαν στα χέρια τους διάφορα πράγματα που τα έφερναν στο αυτί ή το στόμα τους. Εκανα ζουμ και διαπίστωσα πως ήταν κινητά τηλέφωνα, τυρόπιτες, σπανακόπιτες, κουλούρια. Αλλοι αντάλλασσαν φιλιά ή χειραψίες. Για καλό και για κακό, έστειλα την εικόνα τους στους θετούς μου γονείς, στους καμεριέρηδες.
«Εσύ να βλέπεις και να γράφεις», με έχουν διατάξει. «Βλέπε, γράφε και μη μιλάς. Τα υπόλοιπα άσ' τα σε εμάς». Εγραψα λοιπόν -με εικόνες, όχι με λόγια- ότι πολλοί επικίνδυνοι άνθρωποι στη διαδήλωση κρατούσαν γαλάζια μπαλόνια και σημαίες με έξι τεμνόμενους κύκλους και τις λέξεις Ολυμπιακή Αεροπορία. Πολλοί φορούσαν στολές, φόρμες ή κομψά κοστούμια με σηματάκια που έλεγαν «Αττικό Μετρό» ή «Εργαζόμενοι στην Κεντρική Λαχαναγορά». Χμ, οι «Λαχανάδες», ύποπτοι! Τους έγραψα κι αυτούς και τους έστειλα. Είδα και πολλά ύποπτα μωρά σε καρότσια - τα έστειλα κι αυτά για ταυτοποίηση.
Μετά κάποιος με λυπήθηκε στη μοναξιά μου, σκαρφάλωσε σε μια μεγάλη σκάλα κι έφτασε κοντά μου. Ενας κύριος, ευλύγιστος σαν γάτα, με μεγάλα σκούρα γυαλιά, ρεπούμπλικα κι ένα μακρύ μπουφάν που οι άκρες του ανέμιζαν. Από την τσέπη του έβγαλε μια μαύρη πλαστική σακούλα και με κουκούλωσε. «Μη φοβάσαι, θα παίξουμε τυφλόμυγα», μου ψιθύρισε.
Εκείνη την ώρα τα μεγάφωνα άρχιζαν να παίζουν ένα πολύ λυπητερό τραγούδι, το «Ερχονται χρόνια δύσκολα», που το τραγουδούσε ένας κύριος με πολύ λυπητερή φωνή, Στέλιο τον έλεγαν όταν ζούσε, έτσι άκουσα. Μα γιατί δεν διάλεξαν ένα πιο χαρούμενο τραγούδι;
Την άλλη ημέρα έμαθα από την τηλεόραση ότι ο κύριος αυτός ήταν εναερίτης της ΔΕΗ και ότι τον συνέλαβαν γιατί αυτό το παιχνίδι είναι απαγορευμένο. Σε άλλα μέρη της Αθήνας, άλλες κάμερες, ξαδελφούλες μου από το ίδιο καμεροτροφείο, μπορούν να δουν άλλα παιχνίδια, πολύ πιο απαγορευμένα, όπως ανθρώπους που πουλούν ουσίες που σκοτώνουν ή ανθρώπους που πουλούν όπλα και άλλους ανθρώπους. Ποιος ξέρει, ίσως να τους συλλαμβάνουν και αυτούς.
Συμβολική τύφλωση έμαθα ότι το λένε αυτό το παιχνίδι, τύφλωση προσωρινή, και επομένως δεν έχω λόγο να φοβάμαι πως θα πάθω ό,τι έπαθε ο καημένος ο στρατηγός Βελισσάριος. Τώρα που με ξεκουκούλωσαν, βλέπω ξανά. Βλέπω και γράφω, βλέπω και μαθαίνω.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα")

0 Responses to "Tο ημερολόγιο μιας κάμερας (14-12-07)"

Δημοσίευση σχολίου