11:35 μ.μ.
Απέναντι από το «Τσαντίρι» προβάλλεται το «Παρασκήνιο» της ΕΤ1, μια εκπομπή που άντεξε και θα αντέξει στον χρόνο, που θα είναι σημείο αναφοράς στο μέλλον και ας μη συγκαταλέγεται στα ημερήσια «τοπ τεν».
«Την Τρίτη, όλη η πολυκατοικία έβλεπε Λαζόπουλο», λέει ένας φίλος. Στους κοινόχρηστους διαδρόμους, πίσω από τις κλειστές πόρτες, αντηχούσαν οι ήχοι του «Τσαντιριού». Ο ίδιος δεν έβλεπε, «έτσι, από αντίδραση», αλλά έκανε ζάπινγκ, αν και την ίδια ώρα η γυναίκα του έβλεπε Λαζόπουλο στην τηλεόραση της κρεβατοκάμαρας. Με γεια του, με χαρά του του Λάκη. Ολοι έχουμε ανάγκη να γελάσουμε – και δυστυχώς οι ευκαιρίες για μη τηλεοπτικό γέλιο διαρκώς λιγοστεύουν.
Οι χαμένοι της Τρίτης είναι οι «απέναντι», οι εκπομπές που προβάλλονται ταυτόχρονα με το «Αλ Τσαντίρι Νιουζ» και μοιράζονται ένα πολύ μικρότερο κομμάτι της πίτας της τηλεθέασης. Ο Μεγάλος Νικητής τα παίρνει όλα και ο θρίαμβος του ενός γίνεται ο εφιάλτης των άλλων.
Ωστόσο, απέναντι από το «Τσαντίρι» προβάλλεται το «Παρασκήνιο» της ΕΤ1, μια εκπομπή που άντεξε και θα αντέξει στον χρόνο, που θα είναι σημείο αναφοράς στο μέλλον και ας μη συγκαταλέγεται στα ημερήσια «τοπ τεν». Tο προχθεσινό ντοκιμαντέρ ήταν για τις ελληνικές ταινίες μικρού μήκους της προδικτατορικής περιόδου (1960-67). Ταινίες που δεν ανήκουν μόνο στην ιστορία του ελληνικού σινεμά, αλλά στην ιστορία του τόπου μας, αφού οι περισσότερες είναι παλλόμενα (και όχι μουσειακά) τεκμήρια ενός τρόπου ζωής και μιας κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας που δεν την έχουν ζήσει όλοι από πρώτο χέρι. Ασφαλώς, ο στόχος των κινηματογραφιστών δεν ήταν η παραγωγή τεκμηρίων, αλλά η καλλιτεχνική έκφραση των ευαισθησιών και των μετασχηματισμών μιας εποχής. Η Ελλάδα άλλαζε, όπως αλλάζει και σήμερα, μόνο που το περιεχόμενο αυτής της αλλαγής ήταν διαφορετικό.
Στα όρια του ερασιτεχνισμού ακροβατούσαν εκείνες οι ταινίες. Ομως την πενιχρότητα των μέσων αντιστάθμιζαν η συλλογικότητα και η λαχτάρα να ειπωθούν, με τη γλώσσα των εικόνων, κάποια πράγματα που δεν τα χωρούσε ο εμπορικός κινηματογράφος, συχνά δεν τα ανεχόταν η λογοκρισία και τα οποία εντάσσονταν σε ένα ρεύμα που δεν ήταν μόνο κινηματογραφικό, αλλά είχε ρίζες στην κοινωνία.
Σήμερα διαθέτουμε τεχνογνωσία ενώ, χάρη και στην τηλεόραση, υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες χρηματοδότησης ή και διάδοσης των ταινιών με υπόθεση ή των ντοκιμαντέρ μικρού μήκους. Ωστόσο, πολύ δύσκολα θα διακρίνουμε εκείνο το σκίρτημα που είχαν πολλές από τις σκηνές που παρουσιάστηκαν στο «Παρασκήνιο». Σήμερα φαίνεται ότι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, το ζητούμενο είναι η «ποιότητα», μια ποιότητα έξω από τον χρόνο και την ιστορία, μια ποιότητα αποστειρωμένη και αυτάρεσκη.
Τότε υπήρχε και κάτι άλλο, όπως εύστοχα το διατύπωσε ο σκηνοθέτης Δημήτρης Σταύρακας: «Υπήρχε ελπίδα, αλλά υπήρχαν και λόγοι να ελπίζει κανείς». Σήμερα που οι λόγοι για να ελπίζουμε γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτοι (όχι πως έχουν εκλείψει), συχνά επιδιώκεται ο ευφυής και έντιμος συμβιβασμός, μια επιδίωξη που συχνά στεγνώνει και την ψυχή και το έργο των δημιουργών.
«Παρασκήνιο» εναντίον «Τσαντιριού»; Οχι βέβαια. Τα είδη είναι διαφορετικά (και ίσως το δεύτερο, η σάτιρα, να είναι το πιο δύσκολο). Ομως σε μια εποχή που μας μεθούν η επιτυχία και ο «επαγγελματισμός», καλό είναι να θυμόμαστε ότι υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν αποτιμώνται ούτε σε χρήμα ούτε σε νούμερα της AGB.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα", 6-12-2007)
0 Responses to "Οι απέναντι"
Δημοσίευση σχολίου