8:17 π.μ.
Συχνά ακούμε τη φράση «έχω επενδύσει πολλά σ’ αυτό το παιδί» - και όποιος επενδύει περιμένει απόδοση, περιμένει μέρισμα
Στα δύσκολα χρόνια του πολέμου ο Σεφέρης έγραφε για «ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες», εννοώντας τα εγκλήματα που διαπράττονται από δημόσια πρόσωπα σε βάρος της πατρίδας και τα οποία συνήθως μένουν αφανή και ατιμώρητα. Οι σύγχρονες μαραγκιασμένες ψυχές κρύβονται πίσω από λαμπερά και αυτάρεσκα προσωπεία, όμως οι μικρές ή μεγάλες ιδιωτικές αμαρτίες των δημόσιων προσώπων μπορεί να αποτελέσουν την αφορμή της διαπόμπευσής τους, αρκεί αυτές να αποκαλυφθούν την κατάλληλη στιγμή, π.χ., σε προεκλογική ή έντονα «μεταρρυθμιστική» περίοδο. Και συνήθως το αδύνατο σημείο (ενός δημόσιου και μη) προσώπου είναι το παιδί και η ιδιοκτησία - σπανιότερα το ερωτικό πάθος.
Οποιος δεν πάντρεψε κόρη και δεν έχτισε σπίτι δεν ξέρει τι θα πει ζωή, έλεγαν οι παλιοί, όμως σήμερα φαίνεται ότι όποιος δεν διόρισε παιδί (ή δεν επιχείρησε να το διορίσει) και δεν έχτισε κύρια κατοικία ή εξοχικό δεν ξέρει τι θα πει ζωή, τι θα πει Ελλάδα. Το χειρότερο δεν είναι να μείνει το παιδί ανύπαντρο αλλά αδιόριστο, να μην «τρουπώσει», και έτσι από το δημοτικό σχολείο αρχίζει η οικονομική αιμορραγία των ιδιαίτερων μαθημάτων ή του φροντιστηρίου. Αριστος επιστήμων γίνεται ο νέος, αλλά η άυλη αυτή προίκα δεν οδηγεί αυτόματα στον διορισμό.
Η οικονομική κρίση, που έχει ιστορικά, πολιτικά χαρακτηριστικά, προσωποποιείται. Ο πατέρας δεν θεωρεί αποτυχημένο το παιδί, αλλά τον εαυτό του, νιώθει περίπου σαν τους χαμένους του χρηματιστηρίου. Συχνά ακούμε τη φράση «έχω επενδύσει πολλά σ’ αυτό το παιδί» - και όποιος επενδύει περιμένει απόδοση, περιμένει μέρισμα. Στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο αναρίθμητα οικογενειακά δράματα εκτυλίσσονταν γύρω από την προίκα και την αποκατάσταση της κόρης ή της αδελφής. Σήμερα αναρίθμητα δράματα παίζονται με αφετηρία τις σπουδές, το μεταπτυχιακό και τον διορισμό του παιδιού. Ποιος πουλάει, ποιος πληρώνει, ποιος δανείζεται, ποιος εξαργυρώνει;
Δύσκολο να μην αναλογιστεί κανείς τους γνωστούς στίχους του Μπρεχτ: «από τους καρχαρίες γλίτωσα, τις τίγρεις τις εσκότωσα / και με καταβροχθίσαν οι κοριοί». Σαν χάρτινη τίγρη, σαν ξεδοντιασμένος καρχαρίας αντιμετωπίζεται επισήμως η κατακραυγή κατά των μεταρρυθμίσεων στο ασφαλιστικό, καθώς μια υπουργική παραίτηση εμφανίζεται ως δείγμα «μηδενικής ανοχής» απέναντι στην πατρική αδυναμία, τον ανασφάλιστο Ινδό και τις πολεοδομικές υπερβάσεις. Μηδενική ανοχή που συνοδεύεται από τη μηδενική ακοή, τη μηδενική ευαισθησία απέναντι στην αγωνία, την οργή και τους φόβους μιας ολόκληρης κοινωνίας. Ποια άραγε είναι η ισοδυναμία ανάμεσα στις ιδιωτικές και τις δημόσιες αμαρτίες; Τρεις από τις πρώτες ξεπλένουν μία από τις δεύτερες; Το δόγμα της «δημοσιότητας», του «όλα στο φως» καταπίνει τη βασική αρχή της δημοκρατίας, τη συμμετοχή των πολιτών στις δημόσιες υποθέσεις.
Το ανθρώπινο πρόσωπο του πολιτικού δεν εκφράζεται με την έγνοια για τα λαϊκά προβλήματα, αλλά για την κτητική αντωνυμία: για το δικό μου παιδί, το δικό μου σπίτι, το δικό μου εξοχικό, τους δικούς μου φιλοξενούμενους Ινδούς που δεν τους τρομάζει το αγιάζι και ο χιονιάς. Ετσι, οι δημόσιες αμαρτίες εμφανίζονται ως μοιραίες, αναγκαίες και αναπότρεπτες, ενώ οι «μαραγκιασμένες ψυχές» των πολιτικών μοιάζουν να τρέφονται από τις μαραγκιασμένες ζωές των πολιτών, τις τωρινές και τις μελλούμενες.

0 Responses to "«Ψυχές μαραγκιασμένες» (Αποτυπώματα)"
Δημοσίευση σχολίου