Πεντακομματική είναι η Βουλή που προέκυψε από τις τελευταίες εκλογές, όμως η εκτός Βουλής αντιπολίτευση τείνει να αποκτήσει μονοκομματικό χαρακτήρα: το «Αλ Τσαντίρι Νιουζ» είναι, για πολλούς, η φωνή της σύγχρονης «πονεμένης Ρωμιοσύνης» - και όχι επειδή το λέει η AGB.
Tην περασμένη Τρίτη είχαν προσκληθεί στο στούντιο της εκπομπής αρκετοί εργαζόμενοι της Ολυμπιακής. Ενας από αυτούς, αφού ευχαρίστησε τον κ. Λαζόπουλο για τη συμπαράσταση στον αγώνα τους, πρόσθεσε: «Λάκη, σε προσκαλούμε στην αυριανή απεργία και πορεία, να ηγηθείς του μπλοκ της Ολυμπιακής». Λίγο βαρύ δεν είναι αυτό το φορτίο; Ούτε ο Αϊ-Γιώργης να ’ταν ο Λάκης που θα φονεύσει τον δράκο της ιδιωτικοποίησης!
Την επομένη, στη συγκέντρωση στο Πεδίον του Αρεως, στη διάρκεια μιας κεντρικής ομιλίας (ήταν του εκπροσώπου της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ, θα σας γελάσω) ακούστηκαν αυτούσιες κάποιες φράσεις που είχαν πρωτοειπωθεί στο «Αλ Τσαντίρι Νιουζ»: «Στα τρία προεκλογικά “δεν” του κ. πρωθυπουργού, απαντάμε με ένα τέταρτο: “δεν” σας πιστεύουμε!»
Είναι μεγάλη η απήχηση που έχει ο κ. Λαζόπουλος σε δεξιούς και αριστερούς, σε πνευματικά εργαζόμενους και χειρώνακτες, σε εφήβους και ενήλικες - και κάθε καλλιτέχνης αλλά και πολιτικός θα ζήλευε την ικανότητά του να αγγίζει τον λεγόμενο «μέσο άνθρωπο». Ασφαλώς, σε κάθε εκπομπή υπάρχουν τα φρου-φρου και τα αρώματα, οι γαργαλιστικές αναφορές σε διάφορα τηλε-σούργελα, όμως η επιτυχία του «Τσαντιριού» δεν οφείλεται τόσο σε αυτές τις περικοκλάδες, όσο στην αίσθηση που έχουν πολλοί τηλεθεατές ότι, επιτέλους, κάποιος λέει τα πράγματα με το όνομά τους, ότι κάποιος «δεν» τους κοροϊδεύει, δεν τους υποτιμά.
Δεν είναι κακό να αγαπάμε έναν καλλιτέχνη. Λίγα ψίχουλα αγάπης τα αξίζει ο κ. Λαζόπουλος. Το γεγονός ότι ένας καλλιτέχνης καλύπτει, έστω όπως όπως, ένα πολιτικό κενό, είναι σημάδι της βαθιάς αποξένωσης στη σχέση των πολιτών με τα κόμματα ή τους πολιτικούς, αλλά και της έλλειψης εμπιστοσύνης του λαού στις δικές του δυνάμεις, στην ίδια τη δημοκρατία. Οσο περισσότερες πολιτικές προσδοκίες εναποθέτει κανείς στους ώμους του Λάκη -και του κάθε Λάκη- τόσο πιο ορατός γίνεται ο κίνδυνος της απογοήτευσης, της άκομψης αποκαθήλωσης του ειδώλου.
Δεν είναι μόνον η δύναμη της τηλεόρασης αυτό που κάνει τόσο πολλούς να στρέφονται μια στον Μάκη, μια στον Λάκη (αν και τα είδη δεν είναι συγκρίσιμα), αλλά η αδυναμία του «επαγγελματικού» πολιτικού λόγου να πείσει και να εμπνεύσει. Θα έλεγε κανείς ότι η φαντασία, η ειλικρίνεια έχουν εγκαταλείψει τον πολιτικό στίβο για να εγκατασταθούν στον τηλεοπτικό.
Το πολιτικό βάρος που έχει αποκτήσει το «Αλ Τσαντίρι» παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τις πρόσφατες δηλώσεις του Νίκου Καρβέλα. Θα περίμενε κανείς πως οι θιγόμενοι από τη σάτιρα θα ήταν οι κομματικές ηγεσίες ή ο σκληρός πυρήνας του κατεστημένου και όχι ο παραγωγός του «Παρασκευά Βας Βας» ή του «Κοντού με τη γραβάτα». Υποτίθεται ότι η σάτιρα πρέπει να ενοχλεί τους «μεγάλους», αυτούς που πρωτίστως οφείλει να απομυθοποιεί (και το «Τσαντίρι» συχνά το κάνει, με περισσότερη ή λιγότερη καλαισθησία και ευστοχία). Αν δεχτούμε ότι το αντίπαλον δέος του Λάκη είναι ο κ. Καρβέλας ή η κυρία Σαρρή, τότε έχουμε λόγους να ανησυχούμε και όχι μόνο για το μέλλον της σάτιρας.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα")

0 Responses to "Μεγάλες προσδοκίες (18-12-07)"

Δημοσίευση σχολίου