Τα υψηλά ή χαμηλά νούμερα τηλεθέασης μας κάνουν να ξεχνάμε ότι οι τηλεθεατές δεν είναι «όλος ο λαός».


Σε ξένα έντυπα συναντάμε τον όρο «critic-proof», που αναφέρεται σε προϊόντα αδιαπέραστα, άτρωτα από την κριτική. Οσο και αν τα επικρίνουν οι επαγγελματίες κινηματογραφικοί ή τηλεοπτικοί κριτικοί, οι ταινίες αυτές ή τα σόου σημειώνουν εμπορική επιτυχία. Αντίθετα, εκπομπές και σειρές τις οποίες έχει υμνήσει η κριτική, συχνά φέρνουν πολύ χαμηλότερα νούμερα τηλεθέασης από ό,τι τα λεγόμενα τηλεσκουπίδια.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην Ελλάδα και δύο χαρακτηριστικά αντίθετα παραδείγματα είναι η «Στιγμή της αλήθειας» και η σειρά «Mad Men». Σύμφωνα με μια ερμηνεία, το φαινόμενο αυτό δείχνει ότι «αυτά θέλει ο λαός» ή μάλλον ότι οι εγκέφαλοι των καναλιών ξέρουν καλύτερα τι θέλει, τι μπορεί να καταναλώσει ο λαός. Για την ακρίβεια, ξέρουν να εκπαιδεύουν το λαό ώστε να καταναλώνει όχι απλώς το δικό τους προϊόν, αλλά μια ολόκληρη κατηγορία προϊόντων.

Φαίνεται ότι ο λαός δεν θέλει από την τηλεόραση τα βαριά και τα δύσκολα. Tου φτάνουν τα δύσκολα, τα βαριά και ασήκωτα που μας βάζει η ίδια η ζωή. Από την τηλεόραση περιμένουμε τη φυγή, το εύκολο, το εύπεπτο, το άσπρο-μαύρο, του υπέρ-κατά. Από τις τηλεοπτικές πολιτικές συζητήσεις περιμένουμε τη βαβούρα, τις κόντρες, το θεατριλίκι και όχι τα επιχειρήματα και τη βαθιά ανάλυση. Σκοτωμένοι από τη δουλειά ή εξουθενωμένοι από την ανεργία και την πλήξη, θέλουμε μια τηλεόραση που να μας χαλαρώνει και όχι να μας διδάσκει ή να μας προβληματίζει. «Το ξέρω ότι αυτό που βλέπω είναι σαχλαμάρα», λένε πολλοί, «αλλά έτσι ξεκουράζομαι, ξεχνιέμαι».

Ο διαχωρισμός βαρύ-ελαφρύ ή ποιοτικό/εμπορικό είναι και τεχνητός. Δεν υπάρχει ένα ομοιογενές κοινό, υπάρχουν «κοινά», υπάρχουν τηλεθεατές με διαφορετικές ανάγκες και διαθέσεις. Ωστόσο, τα «κοινά» αλλάζουν και, σε αρκετές περιπτώσεις, ξέρουν να ξεχωρίζουν το καλό τηλεοπτικό προϊόν από την αρπαχτή. Για παράδειγμα, το «Μπουκιά και συχώριο» με τον Ηλία Μαμαλάκη ήταν μια εκπομπή που την επιδοκίμασαν κοινό και κριτική. Το ίδιο είχε συμβεί με τη σειρά «10» στον Alpha, το ίδιο συμβαίνει φέτος με το «Νησί» στο Μega, αλλά και με το «1821» του ΣΚΑΪ, το οποίο σημειώνει πολύ ικανοποιητικά νούμερα τηλεθέασης για ιστορικό ντοκιμαντέρ.

Ανάμεσα στα καλά τηλεοπτικά προϊόντα και στα σκουπίδια, που εύκολα τα αναγνωρίζουμε όλοι, υπάρχει η εκτεταμένη γκρίζα ζώνη της μετριότητας, της ρουτίνας, της ευκολίας, της συνήθειας, του low budget, δηλαδή του χαμηλού προϋπολογισμού και της χαμηλής φαντασίας και ευφυΐας. Αυτά τα προϊόντα δίνουν τον γενικό τόνο, αυτά κυριαρχούν. Συνήθως είναι ευπρεπή, δεν μας προσβάλλουν αλλά και δεν μας δίνουν τίποτα, γλιστρούν σαν το νερό μέσα από τα δάχτυλά μας. Το ίδιο όμως, συμβαίνει και στην εκδοτική ή τη μουσική βιομηχανία (για να μην αναφερθούμε στην πολιτική). Συμβιβαζόμαστε με το μέτριο γιατί δεν υπάρχει κάτι άλλο να μας προσελκύσει και να μας εμπνεύσει.

Προτού κουνήσουμε συγκαταβατικά το κεφάλι μας, προτού τεντώσουμε επικριτικά το δάχτυλο, ας θυμηθούμε ότι οι τηλεθεατές δεν είναι «όλος ο λαός». Στις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που σε μια δεδομένη στιγμή βλέπουν μια φανταχτερή ανοησία, αντιστοιχούν εκατομμύρια συμπατριώτες που την ίδια ώρα βλέπουν κάτι για λίγο ή δεν βλέπουν τίποτα. Που δεν ξέρουν τον «Φούκο» ή τις κυρίες και τους κυρίους των πρωινάδικων και δεν αισθάνονται μειονεκτικά γι’ αυτό.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/2/2011)

0 Responses to "Aυτά θέλει ο λαός!"

Δημοσίευση σχολίου