Ο θάνατος του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου (30-1-2008)


«Την ώρα του θανάτου ταιριάζει η σιωπή». Το αυτονόητο μάς υπενθύμισε ο καθηγητής Ι. Κονιδάρης μιλώντας σε μια έκτακτη εκπομπή για τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου. Ασφαλώς, τα ΜΜΕ δεν μπορούν να σιγήσουν. Είναι υποχρεωμένα να καλύψουν το θέμα, όμως άλλο πράγμα οι περιγραφές, οι βιογραφικές αναφορές, οι προσωπικές αναμνήσεις, η διατύπωση απόψεων για το έργο και την προσωπικότητα ενός θρησκευτικού ηγέτη και άλλο η κραυγαλέα επίδειξη οδύνης, που χαρακτήρισε αρκετές εκπομπές.
Τέτοιες στιγμές η συγκίνηση είναι δικαιολογημένη. Κανείς δεν απαιτεί από τους δημοσιογράφους και από τους ανθρώπους που γνώριζαν τον Αρχιεπίσκοπο να παραμείνουν ψυχροί και αντικειμενικοί. Αλλο όμως το να νιώθει κανείς λύπη και άλλο το να ανεμίζει το λάβαρο του ατομικού του πένθους, σείοντας ταυτόχρονα απειλητικά το δάχτυλο σε εκείνους που, όταν ο Χριστόδουλος ήταν εν ζωή, είχαν διαφωνήσει με κάποιες δηλώσεις και επιλογές του. Δυστυχώς, κάποιοι συμπεριφέρθηκαν μπροστά στην κάμερα σαν να ήταν ο εκλιπών ατομική ιδιοκτησία τους, παραλληλίζοντας μάλιστα τον δικό τους βίο με εκείνον του Αρχιεπισκόπου...
Γνωστός παρουσιαστής αρχίζει την εκπομπή του για τον Αρχιεπίσκοπο διαχωρίζοντας τους Ελληνες σε αυτούς που τον συμπαθούσαν και εκείνους που τον αντιπαθούσαν. Μα ο Αρχιεπίσκοπος προσπαθούσε να ενώσει τους Ελληνες, επομένως πώς είναι δυνατόν κάποιος, μετά τον θάνατό του, να επιχειρεί να τους χωρίσει; Μπορεί κανείς να διαφωνεί και με αγαπημένα πρόσωπα και αλίμονο αν η «αντιπάθεια» και όχι η λογική και οι αρχές μας είναι ο οδηγός της εκάστοτε στάσης μας.
Περίλυπες κάποιες μαυροφόρες παρουσιάστριες, που ειδικεύονται στο τηλεκουτσομπολιό, κοίταζαν με απλανές βλέμμα την κάμερα, διατυπώνοντας εξίσου απλανή και ξεκούδουνα σχόλια που η αναπαραγωγή τους μάλλον θα ήταν έλλειψη σεβασμού προς τον αναγνώστη.
Πριν από λίγα χρόνια πέθανε ξαφνικά ένας μαθητής 17 ετών. Λίγες εβδομάδες μετά την κηδεία, ο πατέρας του ανακάλυψε στον εξωτερικό τοίχο της πολυκατοικίας ένα χαζό σύνθημα γραμμένο με μαρκαδόρο. «Ο Stelios είναι vlameno» έγραφε σε ανορθόγραφα ελληνοαγγλικά και με γράμματα τόσο μικρά που δύσκολα διακρίνονταν με την πρώτη ματιά. Προφανώς η φράση αυτή είχε γραφτεί από κάποιον τσατισμένο φίλο ή συμμαθητή του Στέλιου όσο το παιδί ζούσε. Ποιος ξέρει, ίσως και από κάποια φιλεναδίτσα του. Ο πατέρας όχι μόνο δεν θύμωσε, αλλά χάιδεψε εκείνα τα ίχνη του εφηβικού ξεσπάσματος, θα μπορούσε ακόμα και να φιλήσει το χέρι του άγνωστου παιδιού που έγραψε εκείνα τα λόγια, αφού αυτά φανέρωναν ότι ο γιος του ήταν κάποτε ζωντανός, ικανός να προξενήσει ποικίλα συναισθήματα (πέραν της οδύνης και της νοσταλγίας) σε ζωντανούς ανθρώπους. Με άλλα λόγια, η ζωή είναι πιο μεγαλόψυχη από τους επαγγελματίες γραφιάδες και λογάδες.
Ποιος διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους; Εδώ ορισμένοι κοσμικοί άρχοντες και παράγοντες δείχνουν να υιοθετούν όχι τη ρήση που αποδίδεται στον Λουδοβίκο IΣT «L’ Etat c’ est moi» αλλά την παραλλαγή της «L’ Eglise c’ est moi» (Η Εκκλησία είμαι εγώ).


(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα")

0 Responses to "Το πένθος σαν ιδιοκτησία (30-1-2008)"

Δημοσίευση σχολίου