«Η πρώτη εκπομπή για το θέατρο στην ιδιωτική τηλεόραση». Ετσι διαφήμισε ο Alpha το «Αυλαία και πάμε», που άρχισε να προβάλλεται πριν από λίγες εβδομάδες. Επιτέλους, ένα μη κρατικό κανάλι κάνει κάτι για τον πολιτισμό, σκεφτήκαμε αρχικά.
Στα δέκα λεπτά που διαρκεί η εκπομπή παρουσιάζονται τρεις θεατρικές παραστάσεις της φετινής σεζόν. Ο χρόνος που αναλογεί στην καθεμιά είναι περίπου τρία λεπτά, δηλαδή όσο και ένα μουσικό βιντεοκλίπ και, αναγκαστικά, η αισθητική του βιντεοκλίπ κυριαρχεί. Ομορφες εικόνες, ζωηρή κίνηση, χαριτωμένες ατάκες και πέραν τούτων ουδέν. Δεν υπάρχει χρόνος, π.χ., για να μάθουμε το πότε γράφτηκε ένα θεατρικό έργο ή την εθνικότητα του συγγραφέα του ή αν έχει ανεβεί ξανά στην Ελλάδα.
Μήπως μας χαρίζουν ένα γάιδαρο κι εμείς τον κοιτάμε στα δόντια; Είναι θετικό το γεγονός ότι η «Αυλαία» προβάλλεται την Κυριακή το μεσημέρι, δηλαδή μια «οικογενειακή» ώρα, και δεν έχει εξοριστεί στη μεταμεσονύχτια ζώνη. Ομως δεν είναι μια εκπομπή για το θέατρο, αλλά ένας οδηγός ψυχαγωγίας, μια πασαρέλα με «προτάσεις» για θεατρική έξοδο. Δεν προσθέτει τίποτα στις γνώσεις μας για το θέατρο, δεν φέρνει τον τηλεθεατή πιο κοντά σε αυτήν την κορυφαία μορφή τέχνης, ίσως όμως φέρνει περισσότερους θεατές στα αθηναϊκά θέατρα, που τα περισσότερα έχουν αναδουλειές. Κάτι είναι κι αυτό το πολιτιστικό ξεκάρφωμα. Από το «δώστε και σώστε» στο «δείξτε και σώστε».
Καλές στιγμές είχε η πρεμιέρα της κωμικής σειράς «Μαύρα μεσάνυχτα» (Μega) του Πάνου Κοκκινόπουλου. Εδώ ένας νονός της νύχτας δολοφονείται και ο φιλήσυχος αδελφός του ορίζεται κληρονόμος του μαγαζιού του. Στο πρώτο επεισόδιο, μια μεγάλης διάρκειας σκηνή εκτυλίσσεται στο νεκροταφείο και στο καφενείο όπου σερβίρεται ο καφές της παρηγοριάς. Οι μπράβοι και η τραγουδίστρια (ερωμένη του εκλιπόντος) πρέπει να συλλυπηθούν τον αδελφό και την οικογένειά του, ένα μέλος της οποίας είναι ένας λαίμαργος και παχουλός έφηβος, που τρώει ακατάπαυστα παξιμαδάκια και ό,τι άλλο φαγώσιμο βρίσκει στο τραπέζι, με αποτέλεσμα να τείνει για χειραψία ένα λαδωμένο και γεμάτο ψίχουλα χεράκι. Το στιγμιότυπο διαρκεί ελάχιστα, η κάμερα «δεν» εστιάζεται στην παλάμη του αγοριού, και ο τηλεθεατής χαμογελά με ό,τι «φαντάζεται» πως νιώθουν εκείνοι που τον χαιρετούν - και αυτή η υπαινικτική τηλεοπτική γραφή ενισχύει το κωμικό στοιχείο.
Την άλλη στιγμή, ενώ η «φαμ φατάλ» συλλυπείται τον αδελφό, το παμφάγο παιδί, που δεν μπορεί να κρατηθεί, κάνει εμετό πάνω στις γόβες της. Σύμφωνοι, στην οθόνη δεν βλέπουμε τον εμετό σε γκρο πλαν, όμως αυτή η δεύτερη κωμική πινελιά δεν έχει τη δύναμη της πρώτης καθώς ακροβατεί ανάμεσα στην ακαλαισθησία και την υπερβολή.
Η σειρά είναι γυρισμένη με κέφι, με ευφάνταστες λεπτομέρειες και οπτικούς κωμικοτραγικούς συνειρμούς (το απανθρακωμένο πτώμα στο νεκροτομείο, το καμένο κοτόπουλο στην πιατέλα), ενώ πολλοί από τους ηθοποιούς της «κεντούν», δεν διεκπεραιώνουν. Ελπίζουμε ότι τα επόμενα επεισόδια δεν θα διαψεύσουν τις γενικά θετικές πρώτες εντυπώσεις μας.

0 Responses to "Μαύρα μεσάνυχτα και πολιτισμός"

Δημοσίευση σχολίου