Χάρη στα ριάλιτι της κατσαρόλας, οι «επώνυμοι» μάγειροι προστίθενται στη λίστα των  λαϊκών ινδαλμάτων.


Αν κάποιος έκανε ένα πρόχειρο γκάλοπ στο δρόμο και ζητούσε από τους περαστικούς να ονομάσουν τρεις Ελληνες ποιητές που βρίσκονται εν ζωή (έστω, έναν), οι περισσότεροι μάλλον θα δυσκολεύονταν να δώσουν μια απάντηση. Αν όμως ζητούσαμε από τους ίδιους ανθρώπους να ονομάσουν τρεις Ελληνες σεφ, οι απαντήσεις θα ήταν πολύ περισσότερες, αφού οι ερωτώμενοι θα είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε πλήθος πασίγνωστων ονομάτων.

Κάποτε οι Ελληνες συνθέτες έφερναν τους ποιητές στο σπίτι μας, στην παρέα μας. Δεν έχασε η λογοτεχνία από τη μελοποίηση ποιημάτων του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Βάρναλη, του Καββαδία κ.ά. Κάποιοι παρακινήθηκαν να αγοράσουν ποιητικές συλλογές, να γνωρίσουν και με διαφορετικό τρόπο αυτή την τέχνη.

Δεν είναι κακό η κοινωνία να αναγνωρίζει και να τιμά τους ανθρώπους που κάνουν καλά τη δουλειά τους, τους τεχνίτες, τους αρχιτέκτονες και τους πρωτομάστορες. Π.χ., στα τέλη του 19ου αιώνα, στην Κωνσταντινούπολη, ζούσε ο Μανώλης Βενιός, ένας οργανοποιός που κατασκεύαζε έγχορδα μουσικά όργανα τόσο θαυμαστά που κάποιοι παρομοίαζαν τα ούτια του με τα βιολιά Στραντιβάριους. Πλάι στον Βενιό μαθήτευσαν σπουδαίοι τεχνίτες που με τη σειρά τους δίδαξαν άλλους οργανοποιούς –κάτι που επιβεβαιώνει τη δύναμη, την ακτινοβολία του παραδείγματος.

Κανείς δεν υποτιμά την προσφορά, τις γνώσεις και τη δημιουργικότητα των μαγείρων, όμως η δόξα ή η αναγνωρισιμότητα, που κερδήθηκε χάρη στην τηλεόραση, δεν είναι πάντα ανάλογη της πραγματικής επαγγελματικής αξίας τους. Σίγουρα θα υπάρχουν και αφανείς μάγειροι και μαγείρισσες που υπηρετούν με φαντασία και φιλότιμο την τέχνη της μαγειρικής. Τα ριάλιτι μαγειρικής μάς στερούν τη δυνατότητα να τους κρίνουμε στο πεδίο της δράσης τους, αφού τις εντυπώσεις κλέβει όχι εκείνος που μεταδίδει γνώσεις αλλά ο πιο φωτογενής, ο πιο τηλεοπτικός και «επικοινωνιακός».

Η κουζίνα, το μαγεριό είναι το μαρμαρένιο αλώνι του μάγειρα, τα τσουκάλια είναι τα όπλα του και τα υλικά οι σφαίρες του. Εκεί φαίνεται πόσα απίδια βάζει του καθενός ο σάκκος. Ασφαλώς, υπάρχουν και οι μάγειροι που είναι δάσκαλοι και εκτός κουζίνας, αυτοί που μέσω της τηλεόρασης ή του γραπτού λόγου προσφέρουν στους τηλεθεατές και στους αναγνώστες τους κάτι παραπάνω από μια απάντηση στο ερώτημα «τι θα μαγειρέψουμε σήμερα;» (Θα άξιζε να θυμόμαστε τους πρωτοπόρους αυτού του τομέα, όπως τον Νικόλαο Τσελεμεντέ, τη Χρύσα Παραδείση, τη Δάφνη Σκούρα.)

Στην εποχή της κρίσης, λοιπόν, «παιδιά του λαού» γίνονται οι μάγειροι, όμως το ερώτημα είναι «μέχρι πότε». Κάποτε τα λαϊκά ινδάλματα ήταν οι τραγουδιστές, οι ποδοσφαιριστές, οι ηθοποιοί, ενώ αργότερα προστέθηκαν τα τοπ μόντελ και, στη δεκαετία του ’90, οι καλλίγραμμες τηλεοπτικές γυμνάστριες. Σήμερα η μεγαλύτερη βιομηχανία παραγωγής ειδώλων είναι η τηλεόραση, ενώ ο δείκτης δημοτικότητας μετριέται, λεπτό το λεπτό και βδομάδα τη βδομάδα- από τα νούμερα τηλεθέασης.

Είναι αυτονόητο ότι δεν τίθεται το δίλημμα «ποιητές ή μάγειροι». Για όλους έχει θέση η ζωή –όχι όμως η τηλεόραση. Οι εκπομπές μαγειρικής προσφέρονται για την «τοποθέτηση προϊόντων» (product placement»), μια διαφημιστική πρακτική που τώρα πια είναι νόμιμη και στην Ελλάδα, καθώς η νομοθεσία μας εναρμονίστηκε με ό,τι ισχύει στην Ευρώπη. Ηλεκτρικές συσκευές, μάρκες τροφίμων, κατσαρολικά, εστιατόρια μπορούν να διαφημιστούν μέσω των ριάλιτι μαγειρικής, όμως τι προϊόντα να τοποθετήσει κανείς πλάι στις λέξεις;

(KAΘΗΜΕΡΙΝΗ, ένθετο tv, 28/11/2010)

0 Responses to "Μάγειροι εναντίον ποιητών;"

Δημοσίευση σχολίου