Συχνά τα ελληνικά σίριαλ σώζονται χάρη στο ταλέντο των ηθοποιών, αλλά και τη φιλοτιμία των άλλων συντελεστών τους.


Δύσκολη ήταν η φετινή χρονιά για την τηλεοπτική μυθοπλασία και ακόμα δυσκολότερη προβλέπεται η επόμενη. Παρά τη μείωση του αριθμού τους, τα ελληνικά σίριαλ άντεξαν. Ούτε βούλιαξαν ούτε άνθισαν, αν και το ακριβέστερο θα ήταν να μιλήσουμε για επιβίωση στην κόψη του ξυραφιού. Τα μειωμένα διαφημιστικά έσοδα οδηγούν σε χαμηλότερους προϋπολογισμούς, υπαγορεύουν πιο φτηνές, πιο εύκολες, πιο «σίγουρες» παραγωγές, περισσότερη επιφύλαξη απέναντι στην καινοτομία και μεγαλύτερη στήριξη στις εισαγόμενες συνταγές, στα ισπανικής ή λατινοαμερικανικής προέλευσης formats, όπως συμβαίνει π.χ., με την «Πολυκατοικία» ή τον «Λάκη τον γλυκούλη» του Mega.

Μελαγχολεί κανείς όταν μαθαίνει για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφονται τα τηλεοπτικά σενάρια στο Χόλιγουντ και τις συγκρίνει με ό,τι επικρατεί στην Ελλάδα. Δεν είναι μόνο το χρήμα που ρέει άφθονο, είναι και η πολυτέλεια του χρόνου και η δυνατότητα συνεργασίας πολλών ευφυών και δημιουργικών ανθρώπων. Π.χ., η συγγραφική ομάδα της πολυβραβευμένης σειράς «Μad Men», η οποία εκτυλίσσεται στη δεκαετία του ’60, αποτελείται από εννέα άτομα, ενώ χρειάζεται περίπου ένας μήνας για να γραφτεί ένα (1) επεισόδιο. Σε πολύωρες καθημερινές συσκέψεις, οι σεναριογράφοι δεν συζητούν μόνο για τη βασική πλοκή κάθε επεισοδίου, την οποία αποφασίζει ο παραγωγός, αλλά και για τις πιο απίθανες λεπτομέρειες, όπως για το αν ο πρωταγωνιστής θα πρέπει να ιδρώσει ή όχι σε μια συγκεκριμένη σκηνή. Η παραγωγή υποχρέωσε τους σεναριογράφους να μελετήσουν βιβλία και να δουν ταινίες που εκφράζουν το κλίμα, τα ήθη εκείνης της εποχής (π.χ., το «Σεξ και το μοναχικό κορίτσι» της Χέλεν Γκάρλεϊ Μπράουν ή την «Γκαρσονιέρα» του Μπίλι Γουάιλντερ με τη Σίρλεϊ Μακ Λέιν και τον Τζακ Λέμον).

Τέτοιες συνθήκες θεωρούνται εξωτικές  στην Ελλάδα και γι’ αυτόν το λόγο τα περισσότερα ελληνικά σίριαλ, αν και λιγότερο πρωτόγονα από ό,τι εκείνα της πρώτης δεκαετίας της ιδιωτικής τηλεόρασης, μοιάζουν ερασιτεχνικά σε σύγκριση με τα αμερικανικά. Ωστόσο, οι τηλεθεατές τα προτιμούν γιατί αναφέρονται σε οικείες καταστάσεις, ενώ συχνά οι ελληνικές παραγωγές σώζονται χάρη στο ταλέντο των ηθοποιών, αλλά και τη φιλοτιμία των άλλων συντελεστών τους.

Στη σεζόν που διανύουμε προβλήθηκαν αρκετές σειρές με αυτοτελή επεισόδια ή με ιστορίες που ολοκληρώνονται σε δύο, το πολύ τρία επεισόδια, π.χ., οι «Εφτά θανάσιμες πεθερές», ο «Πόλεμος των άστρων» κ.ά. Οι σειρές αυτές έχουν υψηλότερο κόστος και απαιτούν περισσότερο χρόνο προετοιμασίας καθώς κάθε φορά χρησιμοποιούνται διαφορετικοί ηθοποιοί και σκηνικά, ενώ το πλεονέκτημά τους είναι ότι εύκολα μπορεί να τις παρακολουθήσει και ο περιπτωσιακός τηλεθεατής. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα έρθει μια εποχή που οι ελληνικές σειρές αυτοτελών επεισοδίων, που τα καλύτερα φετινά δείγματά τους ήταν ο «3ος νόμος» και η «Εργαζόμενη γυναίκα», θα μοιάζουν να ανήκουν στο βαθύ τηλεοπτικό παρελθόν.

Φέτος πολλά «δυνατά χαρτιά» (δημοφιλείς ηθοποιοί και σκηνοθέτες) βρέθηκαν εκτός τηλεόρασης, όχι μόνο επειδή επέλεξαν μια ανάπαυλα αλλά και γιατί δεν δέχτηκαν να εργαστούν με μικρότερες αμοιβές και με δυσμενέστερες συνθήκες εργασίας. Mένει αν δούμε αν, παρά τις δυσκολίες και τις περικοπές, κάποια ελληνικά σίριαλ θα καταφέρουν να εκφράσουν κάποιες πλευρές της τρομερής αλλά κι ενδιαφέρουσας εποχής μας, όπως το είχαν καταφέρει πολλές ελληνικές κωμωδίες του ’50 και του ’60.

(Kαθημερινή, περιοδικό TV, 23/5/2010)

0 Responses to "Στην κόψη του ξυραφιού (ή μάλλον του ψαλιδιού)"

Δημοσίευση σχολίου