|
Αλλιώς
τη φανταζόμαστε τη χθεσινή μέρα, αλλιώς εξελίχθηκε. Μέχρι τις δύο το
μεσημέρι ήταν μέρα απεργίας και μιας πολύ μεγάλης ειρηνικής πορείας. Μια
μέρα χωρίς δελτία ειδήσεων και ενημερωτικές εκπομπές και όχι μια μέρα
επιστράτευσης. Κι αυτό που μας «επιστράτευσε» δεν ήταν η ΕΣΗΕΑ, αλλά ο
φριχτός θάνατος τριών εργαζόμενων συμπολιτών μας. Μια βόμβα μολότοφ ανέτρεψε
το σκηνικό και, από τη μια στιγμή στην άλλη, η μέρα της οργής, της
συντεταγμένης διαμαρτυρίας έγινε μέρα πένθους και αβεβαιότητας για το τι
ξημερώνει αύριο.
Οι
ρεπόρτερ των καναλιών βρέθηκαν στο δρόμο, συχνά καταπίνοντας χημικά και
δακρυγόνα, προσπαθώντας να περιγράψουν ό,τι έβλεπαν και άκουγαν. Οι
επαναλήψεις διακόπηκαν απότομα και τη θέση τους πήραν οι απευθείας
συνδέσεις, ενώ ένας καταιγισμός από εικόνες μάς κράτησε καθηλωμένους μπροστά
στους δέκτες μας. Η ίδια η πορεία, αν και πολλοί παρουσιαστές τόνισαν ότι
ήταν πολυπληθής έως «μεγαλειώδης», πέρασε σε δεύτερη μοίρα.
Μόνο
όσοι σερφάριζαν στο Ιντερνετ είδαν εικόνες από την πορεία, που ήταν πρώτη
είδηση παντού, πριν και από την τραγωδία στην τράπεζα, αφού τα ξένα
ειδησεογραφικά μέσα δεν απεργούσαν και οι ανταποκριτές τους έστελναν πλάνα
και περιγραφές. Χαρακτηριστικό ήταν ένα βίντεο στις ειδήσεις του BBC. Εδώ ο
Βρετανός ρεπόρτερ μίλησε για μια «πολύ ισχυρή διαμαρτυρία» και παρατήρησε
ότι οι Ελληνες έχουν μεγάλη παράδοση στην αντίσταση («a real record to
resistance»). Oμως οι τρεις νεκροί τα σκίασαν όλα, ακόμα και τους λόγους που
ώθησαν τόσους ανθρώπους να βγουν στο δρόμο.
«Απάτριδες»,
«ανεγκέφαλοι», «προβοκάτορες», «δολοφόνοι». Δικαιολογημένοι ήταν οι
χαρακτηρισμοί που ακούστηκαν και στην τηλεόραση για τους αγνώστους που
πέταξαν τη μολότοφ στο κτίριο και οι οποίοι πέτυχαν, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα,
να αλλάξουν τη ροή των γεγονότων, να συκοφαντήσουν ή μάλλον να βοηθήσουν
εκείνους που θέλουν να συκοφαντήσουν, να αναστείλουν το δικαίωμα στην
ειρηνική και συλλογική διαμαρτυρία.
Και
όμως, ανάμεσα στην αντάρα, προβλήθηκαν κάποια σκόρπια πλάνα που έδειχναν ότι
υπάρχουν νέοι άνθρωποι οι οποίοι διαδηλώνουν με ευγένεια και λεβεντιά, όπως
η εικόνα με έναν ελαφρά τραυματισμένο άνδρα των ΜΑΤ που είχε σωριαστεί στο
πεζοδρόμιο και με μια πολύ νέα κοπέλα με ένα ξεμανίκωτο μπλουζάκι να
κοντοστέκεται και να απλώνει το χέρι της για να τον βοηθήσει να σηκωθεί.
Είδαμε και νέους ανθρώπους, χωρίς κουκούλα, να μην το βάζουν στα πόδια μες
στη βροχή των δακρυγόνων, αλλά να απλώνουν τα χέρια τους προς τις διμοιρίες
των ΜΑΤ, δείχνοντας ότι είναι άοπλοι και δεν κρατούν ούτε καδρόνια ούτε
μολότοφ. Ομως για τους συναδέλφους και τα αγαπημένα πρόσωπα των τριών
νεκρών, η 5η του Μάη θα είναι μια «μέρα πικρή κι αφορεσμένη, καν δυο, καν
τρεις θα ’ταν η ώρα, τρεις άνθρωποι σκοτωθήκανε» – όχι όμως «γι’ αγάπη»,
όπως στον «Ματωμένο γάμο», αλλά για το αντίθετό της.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα", 6-5-10)
|
0 Responses to "«Καν δυο, καν τρεις θα ’ταν η ώρα...» (6-5-10)"
Δημοσίευση σχολίου