Αναφορά στο "Αλ Τζαντίρι Νιουζ"





Η τηλεοπτική πραγματικότητα ξεπερνά και την πιο ζωηρή σατιρική φαντασία. Στο προχθεσινό δελτίο μεγάλου ιδιωτικού καναλιού εμφανίστηκε μια κυρία που το πρόσωπό της ΔΕΝ ήταν αλλοιωμένο με «μωσαϊκό» και η οποία ισχυρίστηκε ότι είδε τους δολοφόνους του αρχιφύλακα και ότι μπορεί να τους περιγράψει αλλά… φοβάται. Στο ραδιόφωνο άκουσα ότι έμπειρος αστυνομικός συντάκτης μεγάλου καναλιού ρώτησε τον εκπρόσωπο Τύπου της Αστυνομίας αν υπήρξε «προειδοποιητικό τηλεφώνημα» των τρομοκρατών ΠΡΙΝ από τη δολοφονία!

Το τελευταίο «Αλ Τσαντίρι Νιουζ» της σεζόν προβλήθηκε την περασμένη Τρίτη. Σε αρκετά σημεία θα μπορούσαμε να διαφωνήσουμε με τον κ. Λάκη Λαζόπουλο, όμως αναγνωρίζουμε ότι έχει τις κεραίες του τεντωμένες, ότι ανιχνεύει το λαϊκό αίσθημα με μεγαλύτερη ταχύτητα και επιτυχία από τους περισσότερους πολιτικούς και δημοσιογράφους. Ετσι, μία ημέρα προτού ο κ. Αλαβάνος εκφράσει την πρόθεσή του να παραιτηθεί από το βουλευτικό αξίωμα, ο κ. Λαζόπουλος παρατηρεί ότι, ναι μεν «η δεξιά παράταξη μένει σε πολυκατοικία», όμως «η αριστερά μένει σε μονοκατοικίες».

Αναγνωρίζω το ταλέντο και την ευφυΐα του κ. Λαζόπουλου, όμως δεν θα τον χαρακτήριζα «σύγχρονο Αριστοφάνη». Οχι από σεβασμό στον Αριστοφάνη, ο οποίος εκεί όπου βρίσκεται ή μάλλον εκεί όπου έφτασε δεν έχει ανάγκη τα δικά μας σέβη, αλλά από σεβασμό στη σάτιρα ως είδος. Ωστόσο, το «Αλ Τσαντίρι Νιουζ» έχει λαϊκότητα και αμεσότητα, όπως είχαν κάποτε οι μεγάλοι ευθυμογράφοι σαν τον Δημ. Ψαθά, τον Νίκο Τσιφόρο και τον Μποστ, όπως είχαν οι μεγάλοι κωμικοί της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Η εκπομπή αυτή είναι μια σύγχρονη μορφή της τέχνης της σάτιρας, αν και ένα μέρος της στηρίζεται στα εύκολα δεκανίκια των βίντεο του YouTube ή γελοιοποιεί κάποια ψώνια που έχουν ήδη αυτογελοιοποιηθεί. Ασφαλώς, είναι πολύ δύσκολο «ένας» καλλιτέχνης, χωρίς φανταχτερά σκηνικά, χωρίς ορχήστρα, χωρίς παρτενέρ, να κρατά επί σχεδόν δύο ώρες αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού και μάλιστα σε «ζωντανή» εκπομπή.

Μία από τις συνήθεις επικρίσεις κατά του κ. Λαζόπουλου είναι ότι κολακεύει τη νεολαία. Το ακριβέστερο θα ήταν να πούμε ότι προβάλλει και ίσως μυθοποιεί κάποιες τάσεις που εκφράζονται στους κόλπους της νεολαίας και ταυτόχρονα αγνοεί κάποιες άλλες, όπως την αφασία, τον καταναλωτισμό και την ιδιώτευση, τάσεις που οργιάζουν και στις γραμμές των ενηλίκων.

Ενας Ελληνας του εξωτερικού, γύρω στα 40 και ένθερμος φαν του «Αλ Τσαντίρι Νιουζ», μου είπε ότι δεν έχει ψηφίσει ποτέ στη ζωή του αλλά αν ο Λάκης έθετε υποψηφιότητα για πρωθυπουργός της χώρας, ευχαρίστως θα ταξίδευε χιλιάδες χιλιόμετρα για να τον ψηφίσει! Αυτό δεν δείχνει πόσο καλός σατιρικός καλλιτέχνης είναι ο κ. Λαζόπουλος, όμως δείχνει πόσο μικροί είναι (ή φαίνονται) οι πολιτικοί και τα κόμματα, πόσο ανάγκη έχει ο λαός σε κάτι να πιστέψει, έστω και στου τηλεοπτικού κισσού το πλάνο φύλλωμα.


(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα", 19/6/2009)

0 Responses to "Σε κάτι να πιστέψουμε"

Δημοσίευση σχολίου