Η σαπουνόπερα ποτέ δεν πεθαίνει. Eτσι θα μπορούσε κανείς να σχολιάσει την πολύ υψηλή τηλεθέαση (σχεδόν δύο εκατ. τηλεθεατές σε κάθε επεισόδιο) της καθημερινής σειράς του Μega «H ζωή της       άλλης», όμως έτσι δεν απαντάμε στο ερώτημα γιατί η συγκεκριμένη σειρά έχει τόσους πιστούς.  Μήπως, μετά τη σαπουνόπερα, ήρθε η σειρά της «μετα-σαπουνόπερας»;








Oι κεντρικοί χαρακτήρες είναι «αι δύο ορφαναί», δύο κοπέλες που μεγάλωσαν σε ορφανοτροφείο. Η μια κακιά, η άλλη καλή. Η πρώτη σφετερίζεται την ταυτότητα της δεύτερης και εμφανίζεται ως εγγονή μιας πλούσιας κυρίας, την οποία υποδύεται με υποδόριο χιούμορ η Κάτια Δανδουλάκη. Με το ψέμα, την πονηριά, την απάτη, η μια κοπέλα ανέρχεται, ενώ η άλλη, που έχει ταλέντο στη μαγειρική, προσπαθεί να κερδίσει την ανεξαρτησία της.
Ο έρωτας παίζει ρόλο, αλλά όχι καταλυτικό. Το καλό κορίτσι δεν γυρεύει μόνο τη μεγάλη αγάπη, αλλά θέλει να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα μέσα από τη δημιουργική εργασία. Χωρίς πλούσιους γονείς να τη στηρίζουν, χωρίς «κονέ», έχει βουτήξει στα βαθιά νερά και κολυμπάει.
Εν αρχή ην το σενάριο. Στη σειρά αυτή, που είναι ισπανικής προέλευσης, συγκλίνουν τρία κλασικά αφηγηματικά μοτίβα: η μάχη, η αντίθεση του καλού και του κακού, η αναζήτηση των ριζών (ας θυμηθούμε την αθάνατη γοητεία των βιβλίων του Εκτορα Μαλό «Χωρίς οικογένεια» και «Με οικογένεια») και, τέλος, η κοινωνική (και όχι απλώς η βιολογική) ενηλικίωση της νεαρής ηρωίδας. Γύρω από τον βασικό καμβά αναπτύσσονται παράλληλες ιστορίες, «sub-plots», όπως τα λένε oι επαγγελματίες. Η μοντέρνα ή μάλλον η επίκαιρη πινελιά είναι η γαστρονομία. Πολλές αισθηματικές συζητήσεις διεξάγονται μπροστά στους ανοξείδωτους πάγκους του hi tech μαγειρείου, ενώ ετοιμάζονται περίτεχνα εδέσματα. Η τηλεοπτική μαγειρική είναι της μόδας, γιατί λοιπόν να μη συνδυαστεί με αισθηματικά και οικογενειακά μπλεξίματα;
Και οι τρεις ελληνικές καθημερινές σειρές της φετινής σεζόν («Μυστικά της Εδέμ» στο Μega και «Κάρμα» στον ΑΝΤ1) αποκλίνουν, σε αρκετά σημεία, από τα στερεότυπα της κλασικής φωσκολικής ή λατινοαμερικανικής σαπουνόπερας, παρ’ όλο που οι αναφορές στον «μεγάλο κόσμο», στην κοινωνία, είναι ελάχιστες ή υποτυπώδεις. Και στις τρεις συμμετέχουν ταλαντούχοι νέοι, αλλά και έμπειροι ηθοποιοί με δημιουργική πορεία στο θέατρο, ενώ τα γυρίσματα ακολουθούν πιο επαγγελματικές προδιαγραφές σε σύγκριση με προηγούμενες δεκαετίες.
Ασφαλώς, πολλοί τηλεθεατές παθαίνουν αλλεργία και μόνο στη σκέψη να παρακολουθήσουν μια σαπουνόπερα ή «μετα-σαπουνόπερα», όμως δεν έχει νόημα το να πυροβολήσουμε ένα είδος που, στο κάτω κάτω, είναι λιγότερο ανωφελές από τα τοξικά ριάλιτι και τα καραγκιοζίστικα talent shows που φέτος κατακλύζουν το μικρό τηλεοπτικό χωριό μας.

("Καθημερινή", περιοδικόΤV, 27/3/2010)

0 Responses to "Ήρθε η «μετα-σαπουνόπερα»;"

Δημοσίευση σχολίου