Μια εκπομπή για τον Γιώργο Μουζάκη 

 

Στον Γιώργο Μουζάκη, τον μουσικό «πατριάρχη της ελληνικής επιθεώρησης», ήταν αφιερωμένο το «Στην υγειά μας» (ΝΕΤ) του περασμένου Σαββάτου, μια εκπομπή που αξίζει να τη συζητάμε όχι μόνο για την αμοιβή του παρουσιαστή της, του Σπύρου Παπαδόπουλου, αλλά κυρίως για τα αρνητικά και τα θετικά της, για το αν κάτι έχει προσφέρει στο καλό ελληνικό τραγούδι. Το συγκεκριμένο επεισόδιο κάτι πρόσφερε, αφού, όμως επεσήμανε ο Ηλίας Λογοθέτης, ο πολιτισμός δεν χτίζεται σε κενό ιστορικής μνήμης: για να ανοίξουμε καινούργιους δρόμους, πρέπει να γνωρίζουμε τους παλιούς.
Αρκετοί καλεσμένοι, όπως ο Αριστείδης Καμάρας, τόνισαν τον συλλογικό χαρακτήρα που είχε η αθηναϊκή επιθεώρηση, αυτός ο χθεσινός γίγαντας που στους ώμους του τόσο πολλοί σήμερα πατούν.
«Ο Γιώργος είχε σπουδαία βοήθεια», λέει η σύζυγός του, η Αννα. «Είχε μια Βασιλειάδου, έναν Αυλωνίτη... είχε έναν θίασο 25 άτομα και μια ορχήστρα 12 άτομα». Και ο Γιώργος Κατσαρός προσθέτει: «Απ’ αυτόν μάθαμε όλοι». Με κέφι κι ευαισθησία τραγούδησαν η Κλειώ Δενάρδου, η Αντζελα Ζήλια, ο Τέρης Χρυσός, η Χαρά Κεφαλά, η Σόφη Ζανίνου, ο πολυτάλαντος Αγγελος Παπαδημητρίου και οι άλλοι καλλιτέχνες που όλοι τους στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων.
Στο όμορφο βιβλίο «Γιώργος Μουζάκης: Βίρα τις άγκυρες» (εκδ. Αγκυρα), ο Ιάσων Τριανταφυλλίδης, που επιμελήθηκε την έκδοση, παρατηρεί ότι ο συνθέτης έγραψε τραγούδια σε μια εποχή που «ένας λαός σήκωνε το κεφάλι και ήθελε να χαρεί λίγο, μετά από τόση αιματοχυσία, φτώχεια, πείνα και δάκρυα. Ο κόσμος του Γιώργου Μουζάκη είναι ένας κόσμος χαράς, αλλά όχι χαζοχαρούμενος, όπως εξελίχθηκε από τους επιγόνους του. Είχε κέφι και γλέντι, αλλά όχι ξεσάλωμα...».
Η εκπομπή απέφυγε το ξεσάλωμα, το διατεταγμένο -και συνήθως διόλου πειστικό- τηλεοπτικό τσακίρ κέφι. Εδειξε σεβασμό στο πρόσωπο και το έργο του Μουζάκη, αλλά επίσης τίμησε με πολλές αναφορές και άλλα ιερά τέρατα της επιθεώρησης, όπως τον Ασημακόπουλο, τον Χρ. και τον Γ. Γιαννακόπουλο, τον Παπαδούκα, τον Πρετεντέρη, τον Σακελλάριο, τον Σπυρόπουλο.
Οι άνθρωποι εκείνοι δημιουργούσαν κι εργάζονταν μαζί, έβγαιναν κι έτρωγαν μαζί, συνήθως σε κάποια ταβέρνα του κέντρου χωρίς να χρησιμοποιούν γιωταχί, αλληλοτροφοδοτούνταν με ιδέες, δίδασκαν και διόρθωναν ο ένας τον άλλον. Σήμερα μόλις κάποιος καλλιτέχνης γίνει γνωστός, ανοίγει το δικό του θέατρο, αποκτά τη δική του εκπομπή, τη δική του «αυλή», τους δικούς του προστάτες και προστατευόμενους.
Για μια επιθεώρηση που παίχτηκε το 1948, στα τυραννισμένα χρόνια του Εμφυλίου, γράφτηκε το «Βίρα τις άγκυρες» που ακούστηκε στην εκπομπή και σήμερα μοιάζει τραγικά επίκαιρο, όχι γιατί «μες στη φτώχεια και στην απονιά έχω ζήσει τα πιο όμορφά μου χρόνια», αλλά γιατί πολλοί νέοι φοβούνται ότι «θα» τα ζήσουν. Ομως ακόμα και αν πουν «βίρα τις άγκυρες και βάλε πλώρη μακριά απ’ το έρημο το φτωχοχώρι», πάλι τη φτώχεια και την απονιά θα ξαναβρούν.
 (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, “Εικονογράφημα”)

0 Responses to "Βίρα τις άγκυρες, αλλά για πού; (15/4/2010)"

Δημοσίευση σχολίου