Σαν σήμερα, πριν από εννέα χρόνια, πέθανε στο Παρίσι ο πεζογράφος Γιώργος Χειμωνάς, στον οποίο ήταν αφιερωμένο το «Μονόγραμμα» της περασμένης Κυριακής.
Την ίδια ώρα που τα περισσότερα κανάλια περιέγραφαν με κάθε ανούσια λεπτομέρεια την απόδραση των κυρίων Παλαιοκώστα και Ριζάι από τις φυλακές Κορυδαλλού, κάποια μάτια ήταν στραμμένα στην οθόνη της ΕΤ1 και έβλεπαν τον Χειμωνά ακόμα νέο, σε ένα φιλμάκι του 1983, να μιλά με φόντο τον αττικό ουρανό, όρθιος ή καθισμένος σε μια πτυσσόμενη πολυθρόνα. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της «κινηματογραφικής αυτοβιογραφίας» είναι γυρισμένο στο ύπαιθρο, σε κάποιο λόφο της Αττικής. Ο αέρας ανεμίζει ελαφρά τα μαλλιά του κι εκείνος μιλά με κάποια θεατρικότητα, χωρίς σοβαροφάνεια αλλά και χωρίς να χαμογελάσει ούτε μία φορά.
Ακόμα και ο τηλεθεατής που δεν έχει διαβάσει κάποιο βιβλίο του Χειμωνά ή που δεν τον έχει συμπεριλάβει στους αγαπημένους του συγγραφείς, δεν μπορεί, βλέποντας αυτό το ντοκιμαντέρ, να μη συγκινηθεί, να μην αναγνωρίσει τη δύναμη της κινούμενης εικόνας αλλά και τη δύναμη του λόγου, έστω του προφορικού. Η Βέρα Ζαβιτσιάνου διαβάζει αποσπάσματα από μυθιστορήματά του, ενώ η κάμερα περιπλανιέται σε βράχια, θάλασσες και ουρανούς, καθώς και σε ερείπια σπιτιών και αυλών (η σκηνοθεσία είναι του Χρήστου Παληγιαννόπουλου). Και το πρόσωπο του συγγραφέα σε κοντινά πλάνα, σαν να βρισκόμαστε μαζί του σε κάποιο ασανσέρ. Μπορούμε να τον κοιτάξουμε χωρίς το φόβο ότι θα γίνουμε αδιάκριτοι, όπως θα συνέβαινε στην πραγματική ζωή. Ο ίδιος μιλά για τη «βιογραφία της όρασής του», παραδέχεται ότι από μικρό παιδί δεν χόρταινε να βλέπει τους ανθρώπους, να παρατηρεί και την παραμικρή λεπτομέρεια, την κίνηση και την ακινησία τους, να ακούει την ηχώ των λόγων τους. «Το ανθρώπινο σώμα μιλάει ακατάπαυστα για όλα τα πάθη των ανθρώπων» - και φυσικά ο πεζογράφος δεν εννοεί το ανθρώπινο σώμα όπως ποζάρει στην τηλεόραση.
Φαίνεται ότι σκοπός αυτού του ντοκιμαντέρ δεν είναι να περιγράψει, να εκλαϊκεύσει το πεζογραφικό έργο του Χειμωνά -μια τέτοια απόπειρα θα ήταν εξαρχής καταδικασμένη- ούτε να υμνήσει αυτό το έργο, το οποίο, έτσι κι αλλιώς, δεν έχει ανάγκη από ηχηρά επίθετα. Καταφέρνει, ωστόσο, να κινήσει το ενδιαφέρον του τηλεθεατή να διαβάσει ή να ξαναδιαβάσει τα πεζογραφήματα ενός συγγραφέα που θεωρείται ο πιο καινοτόμος στα χρονικά της μεταπολεμικής μας λογοτεχνίας. Σαν να ανοίγει ένα παράθυρο και να φυσά ένα αεράκι που μας παίρνει μακριά από την τυραννία της επικαιρότητας, από την περιπτωσιολογία και την τηλεοπτική υπερμεγέθυνση του τετριμμένου και μας παρασέρνει να αναλογιστούμε τα ουσιώδη.
Η τέχνη, λέει εδώ ο Χειμωνάς, παίρνει στα χέρια της «την αθεράπευτη στέρηση, τη δουλεύει και την επιστρέφει ξανά στους ανθρώπους μέσα σε μια απέραντη ευφορία». Το κυριακάτικο «Μονόγραμμα» δεν θα μπορούσε να μας προσφέρει μια ετοιμοπαράδοτη ευφορία, αλλά μας άφησε να υποψιαστούμε την ύπαρξή της.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα")

0 Responses to "«Σε μια απέραντη ευφορία» (27-2-09)"

Δημοσίευση σχολίου