2:52 π.μ.
Σε μια εποχή δραστικών περικοπών
στην τηλεοπτική ψυχαγωγία και ενημέρωση, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το
γεγονός ότι ένα ιδιωτικό κανάλι, ο ΣΚΑΪ, εγκαινιάζει μια φιλόδοξη σειρά
ντοκιμαντέρ, όπως το «1821» που κάνει πρεμιέρα την Τρίτη στις 23.00.
Το ιστορικό ντοκιμαντέρ δεν είναι
καινούργιο τηλεοπτικό είδος. Ωστόσο, η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει τη
δημιουργική ανανέωσή του. Οπως συμβαίνει και με τη μετάφραση, το ντοκιμαντέρ
δεν αρκεί να είναι πιστό στην ιστορική αλήθεια, αλλά πρέπει να είναι και
όμορφο, ώστε να προσελκύει όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό, πέρα από τους
συστηματικούς λάτρεις και μελετητές της ιστορίας. Το τέταρτο επεισόδιο του
«1821», το οποίο παρακολούθησα μαζί με άλλους συναδέλφους στο Ναύπλιο, δείχνει
ότι πρόκειται για μια παραγωγή υψηλών προδιαγραφών που μπορεί να τέρψει
πολλούς, αλλά και να τους στρέψει προς τη μελέτη της Ιστορίας.
Οι λέξεις «δραματοποιημένο
ντοκιμαντέρ» ίσως να φέρνει στο νου μας τις ελληνικές ταινίες που προβάλλονται
σε κάθε εθνική επέτειο, όμως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια «foustanella
story». Ανάμεσα στην αφήγηση του παρουσιαστή, στις περιηγήσεις σε ιστορικούς
τόπους και στις παρεμβάσεις των ιστορικών, παρεμβάλλονται σύντομες
«δραματοποιημένες σκηνές» με ερασιτέχνες ηθοποιούς, οι οποίες πλάθουν μια
ατμόσφαιρα, δεν είναι νατουραλιστικές αναπαραστάσεις. Π.χ., βλέπουμε δύο
γυναικεία χέρια που ράβουν μια ελληνική σημαία, δεν βλέπουμε όμως τη συγκίνηση
στο πρόσωπο της γυναίκας –ίσως ο σύγχρονος θεατής να νιώσει μια άλλου είδους
συγκίνηση. Αντίστοιχα, στη σφαγή της Χίου βλέπουμε τους πνιγμένους Ελληνες να
μετεωρίζονται, σε κατακόρυφη θέση, στο νερό –δεν παρακολουθούμε σε γκροπλάν τη
στιγμή του πνιγμού τους. Οι ηθοποιοί είναι ντόπιοι, «στρατολογήθηκαν» στους
τόπους των γυρισμάτων των δραματοποιημένων σκηνών, και είναι αυτονόητο ότι τα
πρόσωπά τους βρίσκονται στον αντίποδα της λαϊφστυλίστικης φωτογένειας.
Το «1821» δεν είναι μια τηλεοπτική
εγκυκλοπαίδεια της Επανάστασης. Επίσης δεν είναι ένα τυποποιημένο υμνολόγιο της
«αθάνατης ελληνικής ψυχής», του Ελληνα που έχει δίκιο παντού και πάντα –χωρίς
αυτό να σημαίνει ότι θα παρακολουθήσουμε ένα τηλεοπτικό αυτομαστίγωμα. Το
κριτικό βλέμμα που χαρακτηρίζει το ντοκιμαντέρ συνυπάρχει με την αγάπη για τον
τόπο και τους ανθρώπους του, μια αγάπη που εκδηλώνεται έμμεσα και με τον τρόπο
που κινείται η κάμερα.
Στην Ελλάδα έχουμε παράδοση στο
ιστορικό ντοκιμαντέρ, όμως νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που γίνεται χρήση
δραματοποιημένων σκηνών σε τόση έκταση και με τη βοήθεια μιας τεχνολογίας που
μέχρι και πριν από λίγα χρόνια μάς ήταν άγνωστη (περίτεχνα γραφικά και οπτικά
εφέ). Το υπο-είδος αυτό εγκαινιάστηκε από μεγάλα κανάλια του εξωτερικού (όπως
το BBC, το Ηistory Channel, το Discovery) και στη σύντομη ιστορία του μπορούμε
να συναντήσουμε ευτυχισμένες, αλλά και άτυχες στιγμές –και το «1821» σίγουρα
δεν ανήκει στις δεύτερες.
Ο δημόσιος διάλογος που προέκυψε με
αφορμή την ταινία «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη ή το βιβλίο της Ιστορίας
της Στ’ Δημοτικού λίγο παλαιότερα, όπως και η απήχηση που κατά καιρούς έχουν
διάφορα ιστορικά βιβλία (ανάμεσά τους και η σειρά «1821» του ΣΚΑΪ) δείχνουν ότι
το ενδιαφέρον για την Ιστορία (και δεν εννοώ τις κραυγές) δεν είναι περαστική
μόδα και ούτε περιορίζεται στους κύκλους των ειδικών επιστημόνων.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ένθετο “tv”, 23/1/2011)
Περί ελληνικού «μαύρου χρυσού»
Tης Μαριαννας Τζιαντζη
Πολλές ενημερωτικές εκπομπές ή εκπομπές έρευνας
περνούν στο χρονοντούλαπο της τηλεοπτικής ιστορίας την επόμενη κιόλας ημέρα της
προβολής τους. Αντίθετα, κάποιες εκπομπές διατηρούν την αξία τους, μπορούν να
γίνουν σημεία αναφοράς - και στην κατηγορία αυτήν ανήκουν οι προχθεσινοί «Νέοι
φάκελοι» του ΣΚΑΪ που το θέμα τους ήταν οι έρευνες για πετρέλαιο στο Αιγαίο και
το Ιόνιο. Η εκπομπή ήταν «και» επίκαιρη, καθώς τις τελευταίες ημέρες έχει
φουντώσει η συζήτηση περί ΑΟΖ, όμως ταυτόχρονα ξεπερνούσε την επικαιρότητα.
Εκτός από το μαύρο πολιτικό χρήμα, λοιπόν, υπάρχει
και ο ελληνικός «μαύρος χρυσός». Μέσα σε περίπου 60 λεπτά παρουσιάστηκε «και» η
σχετικά σύντομη ιστορία των ελληνικών ερευνών για πετρέλαιο στο Αιγαίο,
αρχίζοντας από το 1962 στην Αιτωλοακαρνανία, συνεχίζοντας με τα χρόνια της
δικτατορίας, αργότερα με το αλησμόνητο «Βυθίσατε το Χόρα!» του 1975, τη σοβαρή
κρίση με την Τουρκία του 1985 και φτάνοντας μέχρι σήμερα. Ειδικοί επιστήμονες
μίλησαν για τα στοιχεία, τις ενδείξεις από τις μέχρι τώρα έρευνες και για τις
πιθανότητες (και όχι τις βεβαιότητες) ύπαρξης εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων, ενώ
σκιαγραφήθηκε η πολιτική διάσταση του θέματος σε σχέση με το διεθνές δίκαιο
(οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και θαλάσσιων ζωνών). Σημασία όμως έχει ότι όλα αυτά
παρουσιάστηκαν με όρους τηλεοπτικούς, με την αξιοποίηση της δύναμης και της
αμεσότητας της εικόνας: αρχειακό οπτικό υλικό, πολλές συνεντεύξεις (από τον νυν
αλλά και από πρώην υπουργούς Εξωτερικών), χάρτες, γυρίσματα στο Καστελλόριζο,
τη νότια Αλβανία και τη Δυτική Ελλάδα, επιτόπια πειράματα (ανάφλεξη αερίων που
αναβλύζουν στην επιφάνεια ενός έλους στο ακρωτήριο του Κατάκολου). Δεν ήταν μια
εκπομπή λόγου που απλώς την «έντυναν» οι ωραίες εικόνες, αλλά μια τηλεοπτική εκπομπή
όπου η εικόνα μάς βοηθούσε να επικεντρωθούμε στον λόγο, στο περιεχόμενο.
Είναι αυτονόητο ότι δεν είναι εύκολο να παράγονται
κάθε μέρα τέτοιες εκπομπές που απαιτούν μακρόχρονη προετοιμασία και έρευνα,
οργάνωση και έξοδα και, ταυτόχρονα, αποδεικνύουν ότι η τηλεοπτική δημοσιογραφία
δεν ταυτίζεται με τις κραυγές και τις ρητορείες. Ισως όλα τα στοιχεία και οι
απόψεις που παρουσιάστηκαν στην εκπομπή να χωρούσαν σε ένα μακροσκελές άρθρο
περιοδικού, όμως η πρόσληψή τους από το κοινό δεν θα ήταν η ίδια. Πολύ λίγοι
αναγνώστες θα είχαν το ενδιαφέρον, τη διάθεση και την αντοχή να διαβάσουν -και
μάλιστα έντεκα η ώρα τη νύχτα- ένα άρθρο για τα ελληνικά πετρέλαια, όμως ο
τηλεθεατής μπορούσε να παρακολουθήσει την εκπομπή αβίαστα, χωρίς να υποκύψει
στην κούραση της εργάσιμης μέρας που είχε προηγηθεί.
Είναι
αυτονόητο ότι κανείς δεν γίνεται γνώστης ενός τόσο σύνθετου θέματος ούτε
βρίσκει όλες τις απαντήσεις απλώς παρακολουθώντας μια εκπομπή. Ωστόσο, η έρευνα
αυτή των «Νέων Φακέλων» βοηθάει να προσεγγίσουμε το θέμα με την περίσκεψη που
του αρμόζει, βοηθάει να θέσουμε τα σωστά ερωτήματα.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
«Εικονογράφημα», 26/1/2011)
0 Responses to "Τηλεόραση και ιστορία"
Δημοσίευση σχολίου