Τίποτα δεν εξηγεί αυτή η φράση, όμως μας επιτρέπει να δείξουμε ότι είμαστε υποψιασμένοι!


Στην εποχή της κρίσης, οι διαφημίσεις αλλάζουν. Πέρασαν οι μέρες που αυτές υπόσχονταν την εκπλήρωση και των πιο τρελών ονείρων μας (συνήθως μέσω τραπεζικών δανείων). Η «ποιότητα» ενός διαφημιστικού σποτ δεν καθορίζεται με αισθητικά κριτήρια, αλλά με την ένταση και τη διάρκεια της επίδρασής της στον τηλεθεατή και, γενικότερα, στη κοινωνία. Μια τέτοιου είδους διαφήμιση είναι αυτή που τελειώνει με τη φράση «Τυχαίο; Δε νομίζω!»

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένα διαφημιστικό σύνθημα γίνεται η καραμέλα των ημερών. Ας θυμηθούμε το «έχω αγώνα αύριο», το «πουτ δε κοτ ντάουν», το «by far η πιο παραγωγικιά» ή το «όχι για μένα, αλλά γαι τη φουκαριάρα τη μάνα μου που έχει ζάχαρο και δεν μπορεί να τον απολαύσει» (τον κουραμπιέ). Εδώ κι ένα εξάμηνο το «τυχαίο, δε νομίζω» ακούγεται παντού: σε πολιτικές και καθημερινές συζητήσεις, ακόμα και στους παιδικούς σταθμούς.

Πρωταγωνιστής εδώ είναι ένας «τρελός επιστήμονας», ο Πυθαγόρας Κοκτώ, που ανακαλύπτει παντού τον αριθμό 11888: στην πίτσα, στο γύψο, στο ταξί, ακόμα και στο «Αλ Τσαντίρι Νιουζ». Με απίθανους όσο και απλοϊκούς συλλογισμούς, ο αριθμολόγος κ. Κοκτώ (ο κατά κόσμον Θοδωρής Τσεκούρας, σεναριογράφος όλης αυτής της σειράς διαφημίσεων) καταλήγει στο μοιραίο νούμερο. Μιλάει πολύ γρήγορα με μάλλον εκνευριστική φωνή ξερόλα, διανθίζει το λόγο του με λογοπαίγνια (π.χ., βενζιν-άδικο, από τη «βενζίνη» και το «άδικο») και, κυρίως, δεν δίνει το λόγο σε κανέναν! «Χάρηκα που τα είπαμε», λέει στον άναυδο και βουβό συνομιλητή του προτού αποχωρήσει από τη σκηνή.

Η ωραία διαφήμιση δεν ταυτίζεται με την «επιτυχημένη», ενώ η έξυπνη διαφήμιση συχνά δεν έχει σχέση μόνο με το προϊόν, αλλά και με την εποχή, το timing. Καθώς είναι πολύ δύσκολο να ερμηνεύσουμε ορθολογικά τα όσα «αλλάζουν εδώ κάτω με ορμή», δεν μας μένει παρά να αναφωνήσουμε «Τυχαίο; δε νομίζω!». Το διαφημιστικό αυτό σλόγκαν μάς επιτρέπει να διατυπώσουμε ανορθολογικές, εξωφρενικές και συνωμοσιολογικές θεωρίες χωρίς κατ’ ανάγκη να καταλήξουμε στον συγκεκριμένο πενταψήφιο αριθμό.

Π.χ., πρόσφατα ήρθε στην Αθήνα ο Μπουράκ Χακί, ο πρωταγωνιστής της δημοφιλούς τουρκικής σειράς του ΑΝΤ1 «Κισμέτ», ύστερα επισκέφθηκε τη χώρα μας ο Τούρκος πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν και, λίγες μέρες αργότερα, είχε προγραμματιστεί η επίσκεψη του πασίγνωστου τηλεοπτικού ζεύγους Ονούρ και Σεχραζάτ του τουρκικού σίριαλ «Χίλιες και μια νύχτες του Mega». Εδώ το «Τυχαίο; Δε νομίζω!» ταιριάζει γάντι. Τι σημασία έχει αν αυτή η φράση δεν εξηγεί τίποτα; Σημασία έχει ότι μας επιτρέπει να δείξουμε ότι είμαστε υποψιασμένοι, ότι τίποτα δεν μας ξεφεύγει!

Οταν αποκλείσουμε την τυχαιότητα, μένει η αιτιότητα. Πού όμως καιρός, που διάθεση να γυρεύουμε ερμηνείες, να αναζητούμε τη σχέση αιτίου και αιτιατού. Γιατί ο κ. πρωθυπουργός διάλεξε την ημέρα και την ώρα προβολής της σειράς «Το νησί» για τη  διακαναλική του συνέντευξη; Mήπως επειδή είχε σίγουρους 2,5 εκατ. τηλεθεατές, έτοιμους να κλάψουν με μαύρο δάκρυ; To «Tυχαίο; Δε νομίζω» μάς δίνει την απάντηση ή μάλλον μάς δίνει όλες τις πιθανές απαντήσεις και, ταυτόχρονα, καμία!

«Αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή/ τι να καταλάβουμε οι φτωχοί», τραγουδούσε κάποτε ο Διονύσης Σαββόπουλος. Σήμερα που όλα αλλάζουν με ακόμα μεγαλύτερη ορμή, μας αρκεί ένα «Τυχαίο; Δε νομίζω!».

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ένθετο «tv», 31/10/2010)

0 Responses to "«Τυχαίο; Δε νομίζω!»"

Δημοσίευση σχολίου