12:01 μ.μ.
Ας αποτοξινωθούμε λιγάκι από το γιουροβιζιονικό μπούκωμα, ας ξεχάσουμε για λίγο το Στάδιο Ολιμπίνσκι στη Μόσχα και ας ταξιδέψουμε νότια, πολύ νότια, στο Κάιρο, μαζί με τη Μικέλα Χαρτουλάρη και τον Ανταίο Χρυσοστομίδη, και ας συναντήσουμε έναν συγγραφέα, τον Γκαμάλ αλ Γιτάνι, που θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της σύγχρονης αραβικής λογοτεχνίας («Οι κεραίες της εποχής μας», ΕΤ1).
Η εκπομπή δεν είχε μόνο λογοτεχνικό, αλλά και αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Οχι μόνο γιατί η κάμερα αποτύπωσε εντυπωσιακές όψεις της πόλης, αλλά και γιατί ο συγγραφέας μίλησε αναλυτικά για τις πυραμίδες και τους κοσμολογικούς και μυθολογικούς συμβολισμούς ενός σπουδαίου μνημείου, του τεμένους του Σουλτάν Χασάν.
Αν πάμε ακόμα πιο νότια, στην πόλη Σοχάγκ, τη γενέτειρα του Αλ Γιτάνι. Αν πάμε πίσω στο χρόνο, γύρω στο 1953, ίσως να συναντήσουμε ένα αγοράκι να βαδίζει σκυφτό. Είναι ο συγγραφέας, που σε ηλικία οκτώ ετών διάβασε την «Παναγία των Παρισίων» και τόσο πολύ ταυτίστηκε με τον Κουασιμόδο που επί μία εβδομάδα περπατούσε σαν να τον βάραινε μια αόρατη καμπούρα. «Τι έπαθες, παιδάκι μου;» τον ρωτούσε η μάνα του και αυτός της απαντούσε με φράσεις από το μυθιστόρημα του Βίκτωρα Ουγκό, ακατάληπτες για τη μητέρα αλλά προφανώς λογικές για το παιδί.
Ας πάμε πιο πίσω στο χρόνο, αλλά βορειότερα, στην Αθήνα γύρω στο 1930, όπου ένα παλικαράκι έχει αφήσει την Κρήτη και ζει σε ένα δωμάτιο στη οδό Ζωοδόχου Πηγής μαζί με τους δύο αδελφούς του, τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη. Ο νέος, που σπουδάζει στη Δραματική Σχολή του Εθνικού και ταυτόχρονα εργάζεται όπου βρει, είναι ο Λυκούργος Καλλέργης. Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Στο διάβα του πολυτάραχου 20ού αιώνα», γράφει: «Διάβαζα με μανία σαν να ’θελα να τα μάθω όλα. Οταν διάβασα το “Εγκλημα και τιμωρία”, έκανα μια βδομάδα να συνέλθω από την αναστάτωση που μου προκάλεσε...».
Ασφαλώς, όποιος φαντασιώνεται ότι είναι ο Κουασιμόδος ή βυθίζεται στην άβυσσο της ψυχής του Ρασκόλνικοφ δεν γίνεται κατ’ ανάγκη μεγάλος συγγραφέας ή ηθοποιός, όμως οι άνθρωποι που έχουν πετάξει ή πετούν με τα φτερά της λογοτεχνίας έχουν ελπίδες να φτάσουν κάπου, να πετάξουν με τις δικές τους δυνάμεις.
Ωστόσο, μερικές φορές το γυαλί αντανακλά αλήθειες που δεν τις αντέχει το γυμνό μάτι, όπως συνέβη χθες με ένα δυνατό και συγκινητικό ρεπορτάζ στην «Κοινωνία ώρα Mega» για τους οικονομικούς πρόσφυγες στο κέντρο της Αθήνας. Η έμφαση δεν δόθηκε στις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους, αλλά στις προφορικές αφηγήσεις τους, στο χάσμα που διαπίστωσαν ότι υπάρχει ανάμεσα στο τι περίμεναν και το τι βρήκαν στην Ελλάδα. Ακόμα και αν δεν πεθαίνουν από την πείνα, πεθαίνουν χίλιες φορές από ντροπή και απελπισία. Η κάμερα στέκεται πολλή ώρα στα πρόσωπα, στην έκφρασή τους, στον πόνο και στην κούραση που δεν περιγράφονται με λέξεις, αλλά έχει ποτίσει τα χαρακτηριστικά τους. Πρόσωπα που δεν τα συναντάμε συχνά στην ψευτοχορτασμένη ζωή μας ή μάλλον που δεν έχουμε συνηθίσει να τα κοιτάζουμε πραγματικά.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα", 15/5/2009)

0 Responses to "Aντί για Μόσχα, πάμε Κάιρο"
Δημοσίευση σχολίου