Οι μαγνητοφωνημένοι ήχοι συνοδεύουν την ακίνητη φωτογραφία. «Μερκαντίλι... μερκαντίλι... κελάηδησε, μερκαντιλάκι μου», λέει με βροντερή και χαϊδευτική φωνή ο κύριος που είναι σκυμμένος μπροστά στο κλουβί ενός πουλιού. Και το καναρίνι, μετά τα τόσα παρακάλια, μας κάνει τη χάρη και κελαηδάει. Ετσι τελειώνει το ντοκιμαντέρ του Παρασκηνίου με τίτλο «Ανδρέας Εμπειρίκος – Ο ποιητής μέσα από τις εικόνες του», που προβλήθηκε την περασμένη εβδομάδα (σκηνοθεσία Ηλίας Γιαννακάκης).
Κεντρικός και μοναδικός αφηγητής είναι ο γιος του ποιητή, ο Λεωνίδας Εμπειρίκος, ενώ η πρώτη ύλη είναι οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες και τα κινηματογραφικά φιλμάκια που γύριζε ο ίδιος ο Ανδρέας Εμπειρίκος και τα οποία είχαν αποκλειστικό θέμα τον γιο, το μονάκριβο παιδί. Οι σύγχρονες σκηνές είναι γυρισμένες στο διαμέρισμα της οδού Νεοφύτου Βάμβα, όπου έζησε ο ποιητής τα τελευταία 17 χρόνια της ζωής του και που έχει μείνει όπως ακριβώς ήταν όταν εκείνος πέθανε, το 1975. Δεν ήθελε να πεθάνει εκεί, για να μην αφήσει τη μυρωδιά του θανάτου, εξηγεί ο γιος, που μας ξεναγεί στη βιβλιοθήκη του πατέρα ή μάλλον στα πιο προσφιλή βιβλία του, ανάμεσά τους και αυτά της γεωγραφίας. Το φορτωμένο με χαρτιά γραφείο, το τζάκι, οι τοίχοι με τα σημάδια από πίνακες που έχουν απομακρυνθεί, μοντελάκια αεροπλάνων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που τα συναρμολόγησαν παιδικά χέρια πριν από σαράντα τόσα χρόνια. Συρτάρια με τακτικά αποθηκευμένα φιλμ, πάμπολλες φωτογραφίες. Οι γάτες, οι νταντάδες, η γιαγιά, ο «υπέρκομψος» θείος, το φορτηγό της μετακόμισης για τις καλοκαιρινές διακοπές, παιχνίδια του ’50, ένα ταμπούρλο, ένα ακορντεόν. Μπαούλα, δερμάτινες βαλίτσες. Οι τόποι, η Αθήνα, η Γλυφάδα των αρχών του ’60 (που σε κάποια καφενεία της μιλούσαν ακόμα τα Τούρκικα), η Ανδρος και το ξενοδοχείο Κρίνος, το Παρίσι, η Ρωσία, η Ελβετία, το «Ρενουλίνι» πλάι στην αρχοντική Κάντιλακ.
Συνήθως οι γονείς καμαρώνουν για τα τέκνα τους που πρόκοψαν, όμως εδώ είδαμε έναν γιο να καμαρώνει για τον πατέρα του όχι επειδή ήταν διάσημος και σπουδαίος ποιητής, αλλά για τη στοργή που του χάρισε, για τον τρόπο που έβλεπε (ή ξαναέβλεπε) μαζί του τον μικρό και τον μεγάλο κόσμο.
Δεν ήταν μόνο μια συναισθηματική αναπόληση. Ο κ. Εμπειρίκος μίλησε για σημαντικές πτυχές της ζωής και του έργου του πατέρα του, χωρίς να μας κάνει να νιώσουμε ότι παρακολουθούμε από την κλειδαρότρυπα τις προσωπικές του στιγμές, όπως καμιά φορά συμβαίνει όταν κάποιοι γιοι μιλούν ή μάλλον φλυαρούν, σε βιβλία και στην τηλεόραση, για τον πατέρα τους.
Ο έφηβος Ανδρέας Εμπειρίκος, που διάβαζε Τολστόι και οργιζόταν για την «κοινωνική αδικία», ήταν ο γιος του πλουσιότερου Ελληνα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Ωριμος πια, το ’50 και το ’60, είχε «πολύ λιγότερα μέσα», όμως πρόσφερε στον γιο του ό, τι πιο ανεκτίμητο: αγάπη δίχως όρια και το δώρο της φαντασίας και της περιέργειας για τον αληθινό κόσμο. Χωρίς σοβαροφάνεια και συγκατάβαση, ο Λεωνίδας Εμπειρίκος μοιράστηκε μαζί μας κάτι από εκείνο τον πλούτο. Η αφήγηση και οι εικόνες είχαν ζωντάνια και απλότητα ώστε να μπορεί να τις χαρεί ακόμα και όποιος δεν ξέρει τι σημαίνει «υπερρεαλισμός».
Τι να τα κάνουμε τις τέχνες και τα γράμματα όταν ο κόσμος καίγεται, τα χρηματιστήρια βογγούν και ήδη ακούγεται ο αχός της ανεργίας; Δεν ξέρω, ίσως όμως να ξέρει το καναρίνι.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, “Εικονογράφημα”)






Οι μαγνητοφωνημένοι ήχοι συνοδεύουν την ακίνητη φωτογραφία. «Μερκαντίλι... μερκαντίλι... κελάηδησε, μερκαντιλάκι μου», λέει με βροντερή και χαϊδευτική φωνή ο κύριος που είναι σκυμμένος μπροστά στο κλουβί ενός πουλιού. Και το καναρίνι, μετά τα τόσα παρακάλια, μας κάνει τη χάρη και κελαηδάει. Ετσι τελειώνει το ντοκιμαντέρ του Παρασκηνίου με τίτλο «Ανδρέας Εμπειρίκος – Ο ποιητής μέσα από τις εικόνες του», που προβλήθηκε την περασμένη εβδομάδα (σκηνοθεσία Ηλίας Γιαννακάκης).
Κεντρικός και μοναδικός αφηγητής είναι ο γιος του ποιητή, ο Λεωνίδας Εμπειρίκος, ενώ η πρώτη ύλη είναι οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες και τα κινηματογραφικά φιλμάκια που γύριζε ο ίδιος ο Ανδρέας Εμπειρίκος και τα οποία είχαν αποκλειστικό θέμα τον γιο, το μονάκριβο παιδί. Οι σύγχρονες σκηνές είναι γυρισμένες στο διαμέρισμα της οδού Νεοφύτου Βάμβα, όπου έζησε ο ποιητής τα τελευταία 17 χρόνια της ζωής του και που έχει μείνει όπως ακριβώς ήταν όταν εκείνος πέθανε, το 1975. Δεν ήθελε να πεθάνει εκεί, για να μην αφήσει τη μυρωδιά του θανάτου, εξηγεί ο γιος, που μας ξεναγεί στη βιβλιοθήκη του πατέρα ή μάλλον στα πιο προσφιλή βιβλία του, ανάμεσά τους και αυτά της γεωγραφίας. Το φορτωμένο με χαρτιά γραφείο, το τζάκι, οι τοίχοι με τα σημάδια από πίνακες που έχουν απομακρυνθεί, μοντελάκια αεροπλάνων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που τα συναρμολόγησαν παιδικά χέρια πριν από σαράντα τόσα χρόνια. Συρτάρια με τακτικά αποθηκευμένα φιλμ, πάμπολλες φωτογραφίες. Οι γάτες, οι νταντάδες, η γιαγιά, ο «υπέρκομψος» θείος, το φορτηγό της μετακόμισης για τις καλοκαιρινές διακοπές, παιχνίδια του ’50, ένα ταμπούρλο, ένα ακορντεόν. Μπαούλα, δερμάτινες βαλίτσες. Οι τόποι, η Αθήνα, η Γλυφάδα των αρχών του ’60 (που σε κάποια καφενεία της μιλούσαν ακόμα τα Τούρκικα), η Ανδρος και το ξενοδοχείο Κρίνος, το Παρίσι, η Ρωσία, η Ελβετία, το «Ρενουλίνι» πλάι στην αρχοντική Κάντιλακ.
Συνήθως οι γονείς καμαρώνουν για τα τέκνα τους που πρόκοψαν, όμως εδώ είδαμε έναν γιο να καμαρώνει για τον πατέρα του όχι επειδή ήταν διάσημος και σπουδαίος ποιητής, αλλά για τη στοργή που του χάρισε, για τον τρόπο που έβλεπε (ή ξαναέβλεπε) μαζί του τον μικρό και τον μεγάλο κόσμο.
Δεν ήταν μόνο μια συναισθηματική αναπόληση. Ο κ. Εμπειρίκος μίλησε για σημαντικές πτυχές της ζωής και του έργου του πατέρα του, χωρίς να μας κάνει να νιώσουμε ότι παρακολουθούμε από την κλειδαρότρυπα τις προσωπικές του στιγμές, όπως καμιά φορά συμβαίνει όταν κάποιοι γιοι μιλούν ή μάλλον φλυαρούν, σε βιβλία και στην τηλεόραση, για τον πατέρα τους.
Ο έφηβος Ανδρέας Εμπειρίκος, που διάβαζε Τολστόι και οργιζόταν για την «κοινωνική αδικία», ήταν ο γιος του πλουσιότερου Ελληνα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Ωριμος πια, το ’50 και το ’60, είχε «πολύ λιγότερα μέσα», όμως πρόσφερε στον γιο του ό, τι πιο ανεκτίμητο: αγάπη δίχως όρια και το δώρο της φαντασίας και της περιέργειας για τον αληθινό κόσμο. Χωρίς σοβαροφάνεια και συγκατάβαση, ο Λεωνίδας Εμπειρίκος μοιράστηκε μαζί μας κάτι από εκείνο τον πλούτο. Η αφήγηση και οι εικόνες είχαν ζωντάνια και απλότητα ώστε να μπορεί να τις χαρεί ακόμα και όποιος δεν ξέρει τι σημαίνει «υπερρεαλισμός».
Τι να τα κάνουμε τις τέχνες και τα γράμματα όταν ο κόσμος καίγεται, τα χρηματιστήρια βογγούν και ήδη ακούγεται ο αχός της ανεργίας; Δεν ξέρω, ίσως όμως να ξέρει το καναρίνι.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, “Εικονογράφημα”)

0 Responses to "Πατέρες και γιοι (30-10-08)"

Δημοσίευση σχολίου