Στο τελευταίο επεισόδιο της σειράς μουσκέψαμε τα χαρτομάντιλά μας (και τις πίτσες που είχαμε παραγγείλει).

Δευτέρα βράδυ, στην πλατεία των Αγίων Αναργύρων. Δεκάδες κάτοικοι απολαμβάνουν λίγη δροσιά ύστερα από μια καυτή εργάσιμη μέρα. Κοντεύει δέκα και η πλατεία αδειάζει απότομα. Οι μαμάδες μαζεύουν άρον άρον τα παιδάκια τους, «Ελα, Γιαννάκη, θ' αργήσουμε», για να προλάβουν το τελευταίο επεισόδιο του «Παρά πέντε» στο Mega. Παρόμοιες σκηνές, σαν και αυτήν που μας την αφηγήθηκε μια συνάδελφος, εκτυλίχτηκαν σε όλη την Ελλάδα, ενώ την άλλη μέρα οι Ελληνες δεν χωρίζονταν απλώς σε εκείνους που είδαν ή δεν είδαν το τελευταίο «Παρά πέντε», αλλά και σε αυτούς που το είδαν κι έκλαψαν πολύ και σε αυτούς που το είδαν και δεν έκλαψαν καθόλου.

Το φινάλε αυτό είχε γίνει μύθος πολύ πριν από την προβολή του. Αναρίθμητες οι εικασίες στον γραπτό και τον ηλεκτρονικό Τύπο για το ποιος από τους ήρωες θα πεθάνει, όπως συμβαίνει κάθε φορά που πρόκειται να κυκλοφορήσει ένας νέος τόμος του Χάρι Πότερ. Στο τελευταίο επεισόδιο πέθαναν, η μία μετά την άλλη, οι δύο φίλες, η Σοφία και η Θεοπούλα. Κλααάμα ο ενήλικος εγγονός, κλααάμα και οι τηλεθεατές, κλάμα και ο σεναριογράφος, ο Γιώργος Καπουτζίδης την ώρα που έγραφε το επεισόδιο, όπως ο ίδιος αργότερα παραδέχτηκε.

Το «Παρά πέντε» δεν είναι η μόνη σειρά που έκλεισε με ένα θριαμβευτικό, από άποψη τηλεθέασης, και πολυσυζητημένο φινάλε. Σε παρόμοιο κορύφωμα είχαν φτάσει, παλαιότερα, οι σαπουνόπερες «Ντάλας» και «Δυναστεία», ενώ βροχή έπεφταν τα στοιχήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, πριν από λίγες εβδομάδες, για το ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει στη θρυλική σειρά «Σοπράνος» του ΗΒΟ. Εμείς, λαός αισθηματικός, μουσκέψαμε τα χαρτομάντιλά μας (και τις πίτσες που είχαμε παραγγείλει).
Οποιος έχει διαβάσει τον «Μετανάστη», ένα σύντομο διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου, το οποίο επίσης αναφέρεται στη σχέση εγγονού-γιαγιάς, ίσως αναλογιστεί τη διαφορά ανάμεσα στο εύκολο μελό, το εύκολο γέλιο και στην αληθινή γλυκόπικρη τέχνη. Ασφαλώς, ούτε τα μεγέθη ούτε τα είδη είναι συγκρίσιμα ούτε οι εποχές. Ωστόσο, η στοιχειώδη γνώση των καλλιτεχνικών επιτευγμάτων του παρελθόντος μάς αναγκάζει να είμαστε πιο απαιτητικοί απέναντι στις σύγχρονες απόπειρες.

Σε αντίθεση με τον υπουργό Πολιτισμού, Γιώργο Βουλγαράκη, που χαρακτήρισε «όαση» το «Παρά πέντε», δεν ανήκω στους «φαν» της σειράς. Οι διάλογοί του μου φαίνονταν άλλοτε ρητορικοί και άλλοτε παιδαριώδεις, η πλοκή με άφηνε αδιάφορη, ενώ κάποιοι ηθοποιοί του μου έδιναν την εντύπωση ότι είτε έπαιζαν σε δράμα ή κωμωδία είτε διαφήμιζαν τεντόπανα ή κινητά τηλέφωνα μιλούσαν με τον ίδιο τρόπο, άνδρες και γυναίκες αδιακρίτως.

Ομως είναι τόση η ξεραϊλα στο τηλεοπτικό (και όχι μόνον) τοπίο που όλοι είμαστε έτοιμοι να γαντζωθούμε και από τα πιο μικρά ψήγματα δροσιάς. Θα ήταν άδικο το να μην αναγνωρίσουμε ότι το «Παρά πέντε» είχε πρωτότυπα στοιχεία, πιασάρικες ατάκες και συμπαθητικούς, έστω και καρτουνίστικους, χαρακτήρες. Η επιτυχία του δεν οφείλεται μόνο στο ευφάνταστο σενάριο και στην προσωπικότητα των ηθοποιών του, αλλά και στο θέμα του, που δεν είναι άλλο από τη φιλία και την πάλη του Καλού με το Κακό. Το «Παρά πέντε» κατάφερε να μιλήσει πειστικά για μια παρέα που δεν τη δένει το κοινό συμφέρον, αλλά ένα κοινός και ευγενικός (έστω και ουρανοκατέβατος) στόχος. Και αυτό, σε μια εποχή κρίσης και της πολιτικής και των προσωπικών σχέσεων, δεν είναι λίγο.

0 Responses to "Μετά το «Παρά πέντε» (24/6/2007)"

Δημοσίευση σχολίου