Η κοπελίτσα δεν ήθελε να βγει στην τηλεόραση. Την παρακάλεσε ο πατέρας της κι έτσι δέχτηκε να εμφανιστεί μαζί του στην «Κοινωνία ώρα Μega». Η Αναστασία, που ζει στην Κοζάνη, συγκέντρωσε πολύ υψηλή βαθμολογία στις πανελλήνιες εξετάσεις (19.540 μόρια).
Δεν μου αρέσει να βλέπω τα παιδιά να μετατρέπονται σε τηλεοπτικό αξιοθέατο λόγω πρωτιάς ή αριστείας, καθώς αυτή η κούφια αποθέωση διαιωνίζει τη διάκριση σε νικητές και ηττημένους - και πώς μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει αποτυχημένο έναν άνθρωπο 18 ετών; (Αν και τα ριάλιτι και τα τάλεντ σόου των ημερών κάνουν ό,τι μπορούν για να μας εξοικειώσουν με το αντιδραστικό δόγμα «ο νικητής τα παίρνει όλα».) Ομως η Αναστασία με καθήλωσε. Οχι γιατί είναι τυφλή εκ γενετής, αλλά κυρίως γιατί είχε τη δυνατότητα να περάσει σε οποιαδήποτε σχολή «με το 3%» ως άτομο με ειδικές ανάγκες. Δεν αξιοποίησε την ευκαιρία, αλλά διάλεξε τον τρόπο τον δύσκολο, τον επισφαλή και έδωσε κανονικά εξετάσεις σε όλα τα μαθήματα όπως όλοι οι υποψήφιοι. Εκανε αυτό που ήθελε - και αυτό που ήθελε ήταν οι ίσες ευκαιρίες, η δικαιοσύνη, όπως η ίδια την αντιλαμβάνεται.
Συνήθως, όταν λέμε ότι ένα παιδί «κάνει ό,τι θέλει», εννοούμε ότι δεν μπαίνει σε καλούπια, ότι είναι ατίθασο και δεν δίνει λογαριασμό. Η Αναστασία δεν θέλησε να μπει στο καλούπι της ευκολίας, του αυτονόητου. Και τώρα, αν και με την υψηλή βαθμολογία της μπορεί να περάσει σε οποιαδήποτε σχολή, διαλέγει το Μουσικό Πανεπιστήμιο, εξηγώντας ότι θέλει να κάνει αυτό που αγαπάει και όχι να σπουδάσει κάτι επειδή θα την έχουν επηρεάσουν οι άλλοι.
Ενα σπασικλάκι; Οχι, ένα παιδί με ευφυΐα και προσωπικότητα. Που έμαθε τρεις ξένες γλώσσες, που συμμετέχει σε μαθητικές συναυλίες, που παίζει πιάνο και τραγουδάει - και παρεμπιπτόντως, σαρώνει παντού τα πρώτα βραβεία. Και να μην τα σάρωνε, πάλι θα μας γοήτευε. Ενα πανέμορφο κορίτσι, που δεν μας προκαλεί γλυκερά συναισθήματα, αλλά κατακτά το σεβασμό και το ενδιαφέρον μας.
«Μην έχεις τρακ, Αναστασία», τη συμβούλευαν οι παρουσιαστές. «Πρέπει να συνηθίσεις την τηλεόραση, εσύ θα γίνεις σόου-γούμαν, πρέπει να εξοικειωθείς με την κάμερα».
Στο άκουσμα της λέξης «σόου-γούμαν», εκείνη έβαλε τα γέλια. Τρακ δεν είχε η Αναστασία. Αμηχανία και τρακ είχαν οι παρουσιαστές, ίσως κι εμείς οι τηλεθεατές που βλέπαμε ότι το κορίτσι αυτό δεν χωρούσε στα στερεότυπά μας. Και μακάρι να «μη» συνηθίσει την τηλεόραση γιατί η τηλεόραση δεν έχει συνηθίσει να «βλέπει» ανθρώπους σαν κι αυτήν (και δεν εννοώ τυφλούς).
Τέλος, με προτροπή του πατέρα της, τραγούδησε α καπέλα («Το πέλαγο είναι βαθύ»), με το κρύσταλλο και την καλλιέργεια της φωνής της να μας υπενθυμίζουν ότι υπάρχουν πολλά είδη τύφλωσης.
Το βαθύ θαυμασμό μας αξίζουν και εκείνοι οι αφανείς δάσκαλοι που βρέθηκαν, εδώ και 18 χρόνια, πλάι στην Αναστασία, ανάμεσά τους και οι γονείς της, που πίστεψαν στην ικανότητα του ανθρώπου να «γίνεται» και να εξελίσσεται παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες. Εξ άλλου, το μεγαλείο του ανθρώπου δεν βρίσκεται στην πρωτιά, αλλά στην αντοχή του, στην ικανότητά του να ψηλαφεί, να δοκιμάζει, να τολμά, ενδεχομένως να κάνει λάθη, να μαθαίνει, να λυγίζει και να σηκώνεται ξανά.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα")

0 Responses to "Η Αναστασία (23/6/07)"

Δημοσίευση σχολίου