«Δεκαπέντε και μία κινούμενες εικόνες» για τον Μανόλη Αναγνωστάκη μάς χάρισε το «Παρασκήνιο» (ΕΤ1), σε σενάριο και σκηνοθεσία του Λάκη Παπαστάθη.


 Αυτό το δώρο, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή, δεν είχε τη γεύση των «σπερνών», της στάχτης και του πένθους, αλλά της αληθινής ζωής, του αγώνα, της πόλης, του παιχνιδιού και της αγάπης, του ποδοσφαίρου («ήμουνα πάντα οπαδός των μικρών ομάδων») και των φίλων που ζουν ή χάθηκαν για πάντα.
Κανένα ίχνος «φιλολογικότητας» δεν είχε αυτό το ντοκιμαντέρ, που στηρίχτηκε κυρίως στο διαθέσιμο οπτικό και ακουστικό υλικό και σε πολλά ποιήματα του Αναγνωστάκη, που ακούστηκαν με τη φωνή του ιδίου, του αφηγητή, καθώς και μελοποιημένα από τον Μίκη Θεοδωράκη. Δεν ήταν μια γραμμική τηλεοπτική βιογραφία, αλλά ένα «χαίρε» προς εκείνον που «το πιο τίμιο η φυσική του παρουσία, η ζωντανή του εικόνα» και που δύο χρόνια μετά τον θάνατό του είναι ζωντανός «σαν να έχουν συλλάβει οι εικόνες (που είδαμε) το φως που εξέπεμπε». Αυτό το φως προσπάθησε να μας κάνει να διακρίνουμε η εκπομπή, χωρίς δασκαλίστικο ύφος και χωρίς επίθετα («Κόψε λίγο», λέει, όταν τον αποκαλούν «μεγάλο ποιητή».)
Μετά τη σοβαρή του αρρώστια, το 1989, σπανίως έβγαινε από το σπίτι. Εβγαιναν όμως -και βγαίνουν- τα ποιήματά του, και όχι μόνον αυτά που έγιναν τραγούδια. Και δεν είναι ποιήματα «της ήττας», αλλά νεανικά (όχι απλώς με τη βιολογική έννοια) και ατίθασα, μελαγχολικά και περήφανα: «Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Μες στο χάος κυματίζουν τραγούδια...».
Βλέποντας και ακούγοντας τον ποιητή, αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί να υπάρξει όχι Αριστερά, αλλά και το πιο μικρό απελευθερωτικό σκίρτημα δίχως την πνοή της τέχνης - και δεν εννοώ τα εμβατήρια. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης παρέμεινε αριστερός και έγραψε για την ουσία και όχι για το περιτύλιγμα και τις σφραγίδες. Για τις αυταπάτες, τις διαψεύσεις, τις προδοσίες αλλά και την αξιοπρέπεια και την ομορφιά του ανθρώπου που αγωνίζεται και πληρώνει το τίμημα, που δεν ισχυρίζεται «δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας... στα ψέματα παίζαμε!».
Το ντοκιμαντέρ κλείνει με την κηδεία του ποιητή, ένα καυτό μεσημέρι του Ιουνίου, στο κοιμητήριο του Αμαρουσίου. Πρόσωπα χλομά, συντετριμμένα. Νέοι και ηλικιωμένοι. Στα σκαλιά της εκκλησίας, ένα κοριτσίστικο πέδιλο και, πιο πίσω, η άκρη ενός μπαστουνιού. Πολλοί ομότεχνοί του, κάποιοι από τους οποίους δεν ζουν πια, ανάμεσά τους και ο Ηλίας Λάγιος με φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο. Η κάμερα καταγράφει τη σιωπή, τα σκυμμένα κεφάλια, τους γερτούς ώμους, τα σφιγμένα χείλη που δεν έχουν τίποτα να πουν.
Εχει δίκιο ο αφηγητής. Οι «κινούμενες εικόνες» των συγγραφέων «θα εισαχθούν στην εργοβιογραφία τους και θα αποτελέσουν πολύτιμο υλικό για τους μέλλοντες μελετητές τους». Κυρίως όμως είναι πολύτιμο χώμα, αεράκι και νερό, για όλους εμάς που δεν είμαστε ούτε μελετητές ούτε μέλλοντες, που δεν τον γνωρίσαμε προσωπικά, αλλά που μας αγγίζει η τιμιότητα της φυσικής του παρουσίας, η διορατικότητα, η ευφυΐα και η τιμιότητα της ποίησής του, που εξακολουθεί να ανάβει «χιλιάδες μικρές πυρκαγιές» σαν τη φωνή του Χάρη που «σκοτώθηκε ή κάτι τέτοιο» το 1944.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα")

0 Responses to "Ενα «χαίρε» (16-6-07)"

Δημοσίευση σχολίου