Χάρηκα
που είδα τον Γιώργο Μητσικώστα στο «Αλ Τσαντίρι Νιουζ» να παίζει με τον Λάκη
Λαζόπουλο σε τρία σκετς υποδυόμενος, φωνή τε και σώματι, τον Γιώργο
Παπανδρέου, τον Κώστα Μητσοτάκη και τον Κώστα Πρέκα (η πιο σπαρταριστή
μεταμφίεσή του). Ο κ. Μητσικώστας διαθέτει ένα μοναδικό χάρισμα, έχει γράψει
ιστορία στη ραδιοφωνική και τηλεοπτική σάτιρα και είναι κρίμα που τα
τελευταία χρόνια απουσιάζει από την τηλεόραση. Δεν έχει σημασία αν προχθές
ήταν στην καλύτερή του φόρμα ή όχι. Αυτό που μετράει ήταν ότι σε αρκετές
στιγμές η εκπομπή έδειξε ότι και στον καιρό της λιτότητας είναι δυνατό να
υπάρξει καλή τηλεόραση χωρίς υψηλό κόστος, αρκεί να αξιοποιηθούν τα ταλέντα
που διαθέτει ο τόπος. Εξάλλου, η κρίση προσφέρει πλούσια πρώτη ύλη για την
πολιτική και κοινωνική σάτιρα.
Ο
πρώτος θεατρικός του ρόλος ήταν στην «Αυλή των θαυμάτων», στον φοιτητικό
θίασο του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, είπε συγκινημένος ο κ.
Λαζόπουλος. Χάρη στη γνωριμία του με αυτό το έργο–σταθμό πήρε την απόφαση να
γίνει ηθοποιός και συγγραφέας, μας εξομολογήθηκε.
Ολα
τα δελτία αναφέρθηκαν στον θάνατο του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Το κακό είναι ότι,
με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα ιδιωτικά κανάλια σπάνια μιλούν για τους ανθρώπους
της τέχνης και της δημιουργίας ενόσω αυτοί βρίσκονται εν ζωή και σπάνια τους
δίνουν το βήμα να μιλήσουν. Οταν κάποιος πεθαίνει, θυμούνται την προσφορά
του, όμως ως ζωντανός είναι τηλεοπτικά ανύπαρκτος. «Δεν τα θέλει τα
κουλτουριάρικα ο λαός», είναι η συνήθης δικαιολογία των καναλιών, τα οποία
όμως σε μεγάλο βαθμό διαμορφώνουν τα γούστα και τα ενδιαφέροντα του κοινού.
Το
ντοκιμαντέρ για τον Καμπανέλλη της σειράς «Η ιστορία των χρόνων μου», της
ομάδας του Περίπλου, που προβλήθηκε χθες σε επανάληψη στη ΝΕΤ, μας υπενθύμισε
όχι μόνο πόσο πολύτιμοι ήταν κάποιοι άνθρωποι, αλλά και πόσο πολύτιμη είναι η
τηλεοπτική αποτύπωση της φυσικής παρουσίας, του στοχασμού, του λόγου τους.
Aκούσαμε τον Καμπανέλλη να μιλάει για τις κοινόχρηστες αθηναϊκές αυλές που
ήταν ο «δημόσιος χώρος» εκείνης της εποχής. Από την ταράτσα του πατρικού
σπιτιού, σε μια προσφυγική γειτονιά της Νέας Ελβετίας, έβλεπε από μικρό παιδί
τα όσα συνέβαιναν στη γειτονική αυλή. Εκεί οι ένοικοι έπλεναν και άπλωναν,
γλεντούσαν, τσακώνονταν, αλληλοπειράζονταν συζητούσαν... Από αληθινούς
ανθρώπους εμπνεύστηκε ο συγγραφέας τα πρόσωπα της «Αυλής των θαυμάτων». Ο
θεατρικός Ιορδάνης ήταν στην πραγματικότητα ο Πρόδρομος που έπινε το κρασάκι
του και κοιμόταν σε ένα ταρατσάκι. Σήμερα, όμως, οι παίκτες στα ριάλιτι και
τα τάλεντ σόου γίνονται πιο υπαρκτοί, πιο real, από τον αληθινό Πρόδρομο της
διπλανής πόρτας. Κι έτσι, ο καθένας μας οχυρώνεται στην άνευ θαυμάτων
ιδιωτική του αυλή ή μάλλον στον οικογενειακό του περίκλειστο ημιυπαίθριο.
(KAΘΗΜΕΡΙΝΗ, “Εικονογράφημα”, 31-3-11)
|
0 Responses to "Ιδιωτικές αυλές άνευ θαυμάτων"
Δημοσίευση σχολίου