Ο καραγκιοζοπαίχτης Χρήστος Πατρινός.


Την πρώτη Τετάρτη του Απριλίου, την ίδια ώρα που η ΝΕΤ πρόβαλλε, σε απευθείας μετάδοση, την εκδήλωση της επιλογής του τραγουδιού που θα μας εκπροσωπήσει στη φετινή Eurovision, μπορούσε κανείς να δει στην ΕΤ1 αποσπάσματα από την παράσταση του θεάτρου σκιών «Ο Καραγκιόζης στη Eurovision». Οχι πως η δημόσια τηλεόραση αποφάσισε ξαφνικά να σατιρίσει τον εαυτό της και τον θεσμό που εδώ και δεκαετίες στηρίζει. Απλώς, η εκπομπή του Παρασκήνιου «Δεν είμαι εδώ!», που ήταν αφιερωμένη στον καραγκιοζοπαίχτη Χρήστο Πατρινό, δεν είχε προβληθεί την προγραμματισμένη ημέρα, στις 23 Φεβρουαρίου λόγω της πανελλαδικής απεργίας. Ετσι, προβλήθηκε μία εβδομάδα αργότερα και έτυχε να συμπέσει με το δεύτερο μέρος της γιουροβιζιονικής βραδιάς, όταν είχε ολοκληρωθεί η παρουσίαση των έξι υποψήφιων τραγουδιών –μια σύμπτωση που δεν θα τη λέγαμε σατανική, αλλά διδακτική.

Το ντοκιμαντέρ του Παρασκήνιου, σε σκηνοθεσία της Λένας Βουδούρη, ήταν φωτεινό, πρόσχαρο, αισιόδοξο. Δεν απεικόνιζε «της τέχνης τα φαρμάκια», όπως στο περίφημο διήγημα του Γιάννη Βλαχογιάννη, αλλά τις καλές στιγμές του επαγγέλματος, με πολλή μουσική, τραγούδια και διαλόγους ανάμεσα στον καραγκιοζοπαίχτη και τη φιγούρα του Καραγκιόζη. Νομίζω ότι όσοι το παρακολούθησαν, που προφανώς είναι πολύ λιγότεροι από εκείνους που προτίμησαν την προ-Eurovision εκπομπή, δεν θα ένιωσαν ότι ο χρόνος τους πήγε χαμένος.

Με ένα ζάπινγκ, βλέπει κανείς τα δύο πρόσωπα της δημόσιας τηλεόρασης. Από τη μια τα γιουροβιζιονικά άσματα, ένα άνευρο, σχεδόν πένθιμο θέαμα (γεγονός που δεν οφείλεται μόνο στην πολιτική λιτότητας), από την άλλη η δημιουργικότητα –την οποία ασφαλώς δεν εκπροσωπεί μόνο η ομάδα του Παρασκήνιου, αλλά και αρκετές άλλες εκπομπές και στην ΕΡΤ και σε κάποια ιδιωτικά κανάλια. Ισως η «δημιουργικότητα» να είναι μεγάλη κουβέντα. Το ακριβέστερο θα ήταν να μιλήσουμε για σπίθες, για ψήγματα δημιουργικότητας, που όμως σημαίνουν ότι υπάρχει μια άλλη τηλεόραση που δεν είναι συνώνυμο της πλήξης και της ρουτίνας.

Η εξίσωση «σοβαρότης = ποιότης» δεν ισχύει πάντα. Στα δημόσια κανάλια υπάρχουν εκπομπές καλών προθέσεων, αλλά που καταλήγουν σε ένα υπναλέο αποτέλεσμα. Επιπλέον, μερικές φορές νομίζει κανείς ότι κάποιες εκπομπές προβάλλονται επειδή υπάρχουν κάποιοι διαθέσιμοι άνθρωποι να τις παρουσιάσουν και όχι επειδή η ΕΡΤ διάλεξε τους κατάλληλους ανθρώπους για να παρουσιάσουν μια εκπομπή. Η σοβαρότητα δεν αυτοδιαφημίζεται, δεν επιδεικνύεται, αλλά εμπεριέχεται στην εργασία που έχει προηγηθεί μέχρι να παραχθεί ένα τηλεοπτικό προϊόν, ενώ πολλές φορές η σοβαροφάνεια κρύβει την έλλειψη φαντασίας και τόλμης.

Μια εκπομπή σοβαρή, αλλά τηλεοπτικά κακή, μπορεί να στείλει τους τηλεθεατές κατευθείαν στην αγκαλιά όχι της ελαφρότητας (την οποία μερικές φορές έχουμε ανάγκη), αλλά της σαχλαμάρας ή και της βαναυσότητας. Τα νούμερα τηλεθέασης δείχνουν ότι η σαχλαμάρα έχει πέραση, ότι ένα μεγάλο τμήμα των τηλεθεατών την επιζητεί και, έμμεσα, την επιβραβεύει. Ο κόσμος θέλει να ξεσκάσει, να ξεχαστεί με οτιδήποτε τον αποσπά από την πραγματικότητα. Αλλο όμως το να ξεχνιέσαι βλέποντας μια καλούτσικη, έστω, ταινία (και όχι μόνο το αριστούργημα της έβδομης τέχνης) και άλλο να διασκεδάζεις βλέποντας ανέμπνευστες αντιγραφές αμερικάνικων ή και ευρωπαϊκών συνταγών.

Δεν υπάρχει «ένα» κοινό, αλλά πολλά διαφορετικά «κοινά». Μόνο που τα γούστα των πολλών «κοινών» αλλάζουν –και υπάρχουν ενδείξεις ότι θα μπορούσαν να αλλάξουν προς το καλύτερο.

(KAΘΗΜΕΡΙΝΗ, ένθετο "TV", 13/3/2011)






















0 Responses to "Τα δύο πρόσωπα της τηλεόρασης"

Δημοσίευση σχολίου