Εκτός από τη δημιουργική σάτιρα, υπάρχει και η παρασιτική που αναπαράγει το κραυγαλέο και ανώδυνο γελοίο.


Φέτος προβάλλονται επτά σατιρικές εκπομπές ή, έστω, εκπομπές με σατιρικές φιλοδοξίες: oι καθημερινές «Ελληνοφρένεια» (ΣΚΑΪ) και «Ράδιο Αρβύλα» (ΑΝΤ1), οι εβδομαδιαίες «Ο Γιώργος σφύριξε» (Αlpha), «Οla 9» (ΑΝΤ1), «Κρα» (ΣΚΑΪ) και «Bellas tv» (Mega) και το χρονικά ακανόνιστο «Αλ Τσαντίρι Νιουζ» (Αlpha). Το γεγονός αυτό φανερώνει ότι η σάτιρα έχει το κοινό της και ότι τα κανάλια επιδιώκουν τη διεύρυνσή του.

Το χειρότερο για τη σάτιρα είναι το να περνά αδιάφορη, ενώ το να ενοχλεί είναι καλό σημάδι, αν και σημασία έχει και το ποιους ενοχλεί και γιατί, όπως σημασία έχουν και η κομψότητα και η ευθυβολία της. Υποθέτουμε ότι η σάτιρα κυρίως πρέπει να ενοχλεί την εξουσία, να αποκαλύπτει την υποκρισία, τις μεγαλοστομίες, την αντιλαϊκότητά της, τη διάσταση ανάμεσα στα λόγια και στα έργα της. Η Μιμή Ντενίση ή η Εφη Θώδη μάς δίνουν ίσως ευκαιρίες να γελάσουμε ή να καγχάσουμε, όμως οι κυρίες αυτές δεν κρατούν τις τύχες της Ελλάδας στα χέρια τους.

Η «Ελληνοφρένεια» έχει πολλά στοιχεία πρωτοτυπίας και όχι μόνο μορφολογικά. Είναι αρκούντως αναιδής και συχνά θέτει στο στόχαστρό της όχι μόνο τους κραυγαλέα γελοίους, τα τηλεψώνια με τη βούλα, αλλά και τους ισχυρούς και τους πετυχημένους, αφήνοντας μια θέση και για το αφοπλιστικά παιδαριώδες που εκπροσωπείται από τον Αποστόλη, τον τσολιά Μίστερ Μπιν. Ο Γιώργος Μητσικώστας («Ο Γιώργος σφύριξε») είναι ένα πληθωρικό, ανεπανάληπτο ταλέντο και η φετινή εκπομπή του συνδυάζει με επιτυχία την ποδοσφαιρολογία με την πολιτική σάτιρα. Το «Κρα», με τις καλοφτιαγμένες κούκλες της οικογένειας Σοφιανού, έχει καταφέρει να μην περιστρέφεται γύρω από την τηλεόραση αλλά να ασκεί ευρύτερη κοινωνική και πολιτική κριτική.

Ανεξάρτητα από το αν και πόσο μας διασκεδάζουν, οι πιο πάνω εκπομπές, όπως και το ακριβοθώρητο «Αλ Τσαντίρι Νιουζ», στο οποίο έχουμε αρκετές φορές αναφερθεί είναι τα πιο άρτια δείγματα δημιουργικής τηλεοπτικής γραφής. Προσεγμένο είναι το «Βellas tv», φλύαρο φαίνεται το «Ράδιο Αρβύλα» (ίσως και λόγω της μεγάλης διάρκειάς του), ενώ την ανάγκη ανανέωσης που έχει το «Οla 9» δύσκολα μπορούν να την καλύψουν οι αυξημένες δόσεις από στήθος-μπούτι.

Εκτός από τη δημιουργική σάτιρα, υπάρχει και η παρασάτιρα ή η παρασιτική σάτιρα που ανασυσκευάζει και επιχειρεί να γελοιοποιήσει το ανώδυνο γελοίο. Αυτό συμβαίνει συστηματικά στο δελτίο ειδήσεων του Star, που επιπλέον στρέφει την κακεντρεχή ειρωνεία του ενάντια στα πετεινά του καλλιτεχνικού ή του παρακαλλιτεχνικού ουρανού –αφήνοντας τα μεγάλα αρπακτικά στο απυρόβλητο. Συχνά τα ίδια τα κανάλια που κατασκευάζουν τηλεφίρμες σατιρίζουν ή μάλλον κοροϊδεύουν τα δημιουργήματά τους.

Πλούσια και σχεδόν αποκλειστική δεξαμενή της τηλεοπτικής σάτιρας είναι η ίδια η τηλεόραση. Οταν το γελοίο ξεχειλίζει από παντού, το κορφολογάμε, το αναπαράγουμε και έχουμε σίγουρο γέλιο (όπως συμβαίνει, π.χ., με τη νέα εκπομπή «Οταν ο Λάκης δεν είναι εδώ»). Ομως η μεγάλη πρόκληση είναι η απο-τηλεοπτικοποίηση της σάτιρας, ώστε να μη θίγει μόνο πρόσωπα αλλά και συμφέροντα, καταστάσεις και πολιτικές. Τη στιγμή που έχουν τηλεοπτικοποιηθεί το θέατρο, ο κινηματογράφος και η πολιτική, ενώ ακόμα και οι εφημερίδες συχνά αντιγράφουν την τηλεόραση, είναι ίσως υπερβολικό το να περιμένουμε από την τηλεοπτική σάτιρα να αυτονομηθεί από το Μέσο, να πλάσει χαρακτήρες και να αφηγηθεί ιστορίες που θα αγγίζουν και τους μη heavy viewers, τους μη εθισμένους τηλεθεατές.

(Καθημερινή, περιοδικό TV, 25/1/2009)


0 Responses to "Σάτιρα και παρασάτιρα"

Δημοσίευση σχολίου