Μια άγνωστή μου κυρία, που κατοικεί σε μια γειτονική πολυκατοικία, έχει την εξωφρενική συνήθεια να τραγουδάει!


Να τραγουδάει κάθε πρωί ή μεσημεράκι, και μάλιστα πολύ όμορφα και δυνατά. Τόσο δυνατά που το τραγούδι της φτάνει στους πάνω, στους κάτω και στους απέναντι ορόφους, τουλάχιστον κάθε άνοιξη και φθινόπωρο, όταν ούτε η ζέστη είναι αποπνικτική ούτε το κρύο αβάσταχτο. Τα ανοιχτά παράθυρα είναι το κουμπί του volume, της έντασης. Οσο πιο ανοιχτά (τα δικά της και τα δικά μας) τόσο πιο εύκολα το τραγούδι της πλημμυρίζει τα ξένα σπίτια.

Συνήθεια εξωφρενική, αφού την ώρα της ωδικής, οι περισσότεροι άνθρωποι που μένουν στο σπίτι βλέπουν τηλεόραση, έτσι τουλάχιστον δείχνουν οι μετρήσεις τηλεθέασης. Συνήθεια αναχρονιστική, γιατί σήμερα τραγουδάμε λιγότερο από ό,τι παλιά ή μάλλον δεν τραγουδάμε στα καλά καθούμενα. Αλλοι τραγουδούν (και αποφασίζουν) για εμάς, ενώ η ακρόαση των τραγουδιών γίνεται όλο και πιο μοναχική υπόθεση. Μόνο στις παλιές ελληνικές ταινίες βλέπουμε τον ωραίο οικοδόμο να τραγουδά στη σκαλωσιά, χωρίς να ξέρει ότι μια μέρα θα γίνει μέγας λαϊκός τραγουδιστής, όμως η οικοδομή στην Ελλάδα πέθανε, μαζί της και τα εναέρια τραγούδια.

Σπάνια από τον ακάλυπτο ή τον φωταγωγό φτάνουν τραγούδια. Συχνά όμως φτάνουν καβγάδες και αγριοφωνάρες και, ακόμα πιο συχνά, φτάνουν μονόλογοι, καθώς οι ένοικοι των πολυκατοικιών βγαίνουν στο πίσω μπαλκόνι, όπου έχουν καλύτερο σήμα, για να μιλήσουν στο κινητό τους. Επαγγελματικά, οικογενειακά, προσωπικά, όλα στη φόρα. Πολλούς γείτονές μας τους γνωρίζουμε μόνο από τη φωνή τους και όχι από τη φάτσα τους. Γνωρίζουμε τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα του δρόμου μας, όχι όμως τους επιβάτες τους.

Υποθέτω ότι η κυρία αυτή μάλλον δεν βλέπει πολλή τηλεόραση. Αν παρακολουθούσε τις πρωινές ενημερωτικές εκπομπές, δεν θα τραγουδούσε καθόλου ή θα περιοριζόταν στα μοιρολόγια, αφού η καρδιά της θα είχε μαυρίσει με τα όσα θα είχε ακούσει ότι έγιναν ή θα γίνουν. Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτήν και δεν επιδιώκω να μάθω. Προτιμώ να τη φαντάζομαι παρά να τη γνωρίσω. Δεν ξέρω αν είναι δούλα ή κυρά, παντρεμένη ή ελεύθερη, εγωίστρια ή γενναιόδωρη, έξυπνη ή αργόστροφη, προκομμένη ή αχαΐρευτη. Το ρεπερτόριό της (ελαφρά τραγούδια, οπερέτες, πολύς Χατζιδάκις, λίγος Ξαρχάκος και Θεοδωράκης, καθόλου ποπ, δημοτικά και λαϊκά) δείχνει ότι μάλλον δεν βρίσκεται στην πρώτη νεότητα.

Εμείς οι γείτονές της μοιάζουμε λίγο με τον αυτοκράτορα της Κίνας, ο οποίος, σύμφωνα με το παραμύθι του Αντερσεν, μαγεύτηκε με το μηχανικό αηδόνι που του δώρισαν και ξέχασε το αληθινό που κελαηδούσε στον κήπο του παλατιού. Το γερασμένο αηδόνι του δικού μας ακάλυπτου τραγουδά χωρίς να περιμένει χειροκρότημα ή την εύνοια του ηγεμόνα, ούτε καν την εύνοια της εποχής μας που λίγο λίγο σκοτώνει το τραγούδι, όπως σκοτώνει και την ελπίδα.

Ερχεται κρύο και η θέρμανση στοιχίζει ακριβά. Τα παράθυρα κλείνουν, τα ρολά κατεβαίνουν και η άγνωστή μας κυρία τραγουδά (αν συνεχίζει να τραγουδά) στους τέσσερις τοίχους. Λέτε την άνοιξη να την ξανακούσουμε;

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22.10.12)

0 Responses to "Το αηδόνι του ακάλυπτου"

Δημοσίευση σχολίου