Σε αμερικανόφιλους, τουρκόφιλους και αγγλόφιλους τείνουν να χωριστούν φέτος οι Έλληνες τηλεθεατές ψυχαγωγικών σειρών.

Τρεις είναι ο χώρες που προσπαθούν να κερδίσουν την καρδιά και το μυαλό του Έλληνα τηλεθεατή: οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Τουρκία και, εσχάτως, το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτές είναι οι τρεις μεγάλες τηλεοπτικές δυνάμεις, τουλάχιστον στην εγχώρια αγορά, γιατί στην παγκόσμια και την περιφερειακή οι συσχετισμοί είναι διαφορετικοί.

Μέχρι και τη δεκαετία του ’90 πολλοί μιλούσαν περιφρονητικά για τα «ξενόφερτα» πολιτιστικά προϊόντα, εννοώντας κυρίως τα αμερικανικά, δηλαδή τις σαπουνόπερες τύπου Δυναστεία και Ντάλας και τις λάιτ αστυνομικές σειρές τύπου Οι σκληροί του Μαϊάμι, Όμως, γύρω στο 2000 κάτι άλλαξε και το σημείο καμπής ήταν οι αμερικανικές σειρές Σοπράνος και Δυτική πτέρυγα, που στην Ελλάδα τις γνωρίσαμε μέσω της ΕΡΤ. Αρκετοί τις εκτίμησαν, λίγοι τις παρακολουθούσάν, όμως πολλοί κατάλαβαν ότι στην εμπορική ψυχαγωγική τηλεόραση υπάρχουν προϊόντα (και τηλεθεατές) πολλών ταχυτήτων.

Σήμερα κανείς πια δεν μιλάει για «αμερικανιές». Πολλές ήταν οι καλές έως καταπληκτικές αμερικανικές σειρές που την τελευταία δεκαετία προβλήθηκαν σε ελληνικά κανάλια, δημόσια και ιδιωτικά, όμως λίγες είχαν σταθερό βηματισμό, δηλαδή αρκετά υψηλή τηλεθέαση (κυρίως οι αστυνομικές σειρές αυτοτελών επεισοδίων, τύπου Νόμος και τάξη, CSI: Στον τόπο του εγκλήματος). Άλλες βούλιαξαν, κι ας τους άξιζε καλύτερη τύχη. Μένει να δούμε αν θα περπατήσει το Παιχνίδι των θρόνων, που θα προβληθεί στον ΣΚΑΪ –η καλύτερη σειρά φαντασίας όλων των εποχών.

Η Τουρκία έχει μπει δυναμικά στην ελληνική τηλεοπτική αγορά, αλλά και στην αγορά της ευρύτερης περιοχής (Βαλκάνια, χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, Μέση Ανατολή). Τα τουρκικά σίριαλ έχουν γίνει πια συνήθεια για εκατομμύρια Έλληνες τηλεθεατές, για λόγους τους οποίους έχουμε αρκετές φορές περιγράψει.

Στη νέα σεζόν, τέσσερις βρετανικές σειρές εποχής δίνουν τον τόνο στο πράιμ τάιμ, τη ζώνη υψηλής τηλεθέασης, της ΝΕΤ. Ακόμη δεν γνωρίζουμε τι απήχηση θα έχουν. Πάντως, η διαφήμιση, άμεση και έμμεση, ήταν καταιγιστική, συχνά σε σημείο υπερβολής ή παραπλάνησης. Π.χ., το Parade’s End είναι μεν ωραιότατο, αλλά όχι “πολυβραβευμένο”. Δεν έχει προλάβει να βραβευτει, αφού στην Αγγλία έκανε πρεμιέρα στα τέλη του Αυγούστου και ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο (πέντε ωριαία επεισόδια). Πάντως, οι σειρές αυτές έρχονται στην Ελλάδα την κατάλληλη στιγμή, όταν δεν γυρίζονται πια ελληνικά σίριαλ κα όταν πολλοί τηλεθεατές έχουν λιγωθεί από τα τουρκικά σερμπέτια. Όμως, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε το γεγονός ότι στο πρόσφατο παρελθόν πολλές αξιόλογες σειρές, που προβληθηκαν στην ΕΡΤ και σε άλλα κανάλια, πήγαν άπατες “και” λόγω της έλλειψης διαφήμισης.

Καλή είναι η τακτική των ανοιχτών τηλεοπτικών θυρών, καλό είναι να βλέπουμε ό,τι αξιόλογο παράγεται σε άλλες χώρες (και όχι μόνο στις τρεις που αναφέραμε), όμως ακόμα καλύτερο θα ήταν να παράγουμε κάτι κι εμείς. Βέβαια, όταν η Ελλάδα σήμερα δεν παράγει ούτε μανταλάκια, όταν ακόμα και τα αμπελόφυλλα τα εισάγουμε από την Τουρκία, φαίνεται παράλογο το να ζητάμε ελληνικά σίριαλ. Όχι πως υπάρχει κίνδυνος αφελληνισμού, όμως αυτές τις στιγμές υψώνεται ένα ατσάλινο τείχος όπου πολλές άνεργες ζωές θα συντριβούν και πολλά εγχώρια ταλέντα θα αφανιστούν ή δεν θα γεννηθούν καν.

Τι προτιμάτε λοιπόν; Σκωτσέζικο ουίσκι ή αμερικανικό μπέρμπον: Χάμπουργκερ ή παστουρμά; Μόνο ελληνικό κρασάκι μη μας ζητήσετε. Το μαγαζί δεν έχει, μας τελείωσε. Όχι πως δεν έχουμε δοκιμάσει πάμπολλα ελληνικά ξίδια, όμως αυτό δεν είναι δικαιολογία για να μην παράγεται καλό ντόπιο κρασί, έστω και σε μικρή ποσότητα.

(Καθημερινή, τηλεοπτικό ένθετο, 21-9-12)

0 Responses to "Οι τρεις μεγάλες τηλεοπτικές δυνάμεις"

Δημοσίευση σχολίου