12:20 π.μ.
Kάθε χρόνο τέτοια εποχή φτάνει
στα χέρια μας ο οδηγός της ΑGB («TV Yearbook») που περιέχει αναλυτικά στοιχεία
για τα μερίδια των καναλιών, την κατανομή του προγράμματος, καθώς και για τις
τηλεοπτικές μας συνήθειες και προτιμήσεις. Αυτό που κάθε φορά μάς εντυπωσιάζει
είναι ο χρόνος που ξοδεύουμε κάθε μέρα μπροστά στην τηλεόραση (248 λεπτά κατά
μέσον όρο). Ακόμα και τα παιδιά 4-14 ετών βλέπουν καθημερινά 151 λεπτά
τηλεόραση, ενώ λίγο λιγότερο παρακολουθούν οι νέοι, άνδρες και γυναίκες 15-24
ετών (149 λεπτά).
Καθώς
όμως περνούν τα χρόνια, δεν πληθαίνουν μόνον «οι κριτές που μας καταδικάζουν»,
αλλά και οι ώρες που περνάμε μπροστά στην τηλεόραση: μετά τα 25 και μέχρι τα 44
η μέση ημερήσια τηλεθέαση αυξάνεται κατά 29,4% για τους άνδρες (193 λεπτά) και
εκτοξεύεται στο 77,7 % για τις γυναίκες (264 λεπτά). Και όσο μικραίνει η
απόσταση που μας χωρίζει από τον τάφο, τόσο η τηλεόραση γίνεται η κύρια
συντροφιά και παρηγοριά: περίπου πεντέμισι ώρες την ημέρα στην κατηγορία
«άνδρες 65+» και περίπου έξι ώρες στην κατηγορία «γυναίκες 65+».
Είναι
αυτονόητο ότι νούμερα αυτά δεν δείχνουν ούτε την αποδοχή αυτού που βλέπουμε
ούτε το βαθμό συγκέντρωσής μας σε ό,τι βλέπουμε, ωστόσο δείχνουν ότι η αναμμένη
τηλεόραση είναι οργανικό στοιχείο της οικιακής ζωής. Και όχι μόνον της ζωής στο
σπίτι, αλλά και του δημόσιου βίου. Τηλεοπτικές δεν έχουν γίνει μόνον οι
προεκλογικές εκστρατείες, αλλά τηλεοπτικό είναι και το μεσοδιάστημα ανάμεσα
στις εκλογές. Γνωρίζουμε μόνον τους 40-50 βουλευτές των πάνελ και των παραθύρων
ενώ των υπολοίπων αγνοείται η τύχη. Στο γυαλί χτίζεται ή φθείρεται η
δημοτικότητα των πολιτικών ανδρών και γυναικών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι
ψηφοφόροι δεν διδάσκονται και από την εκτός τηλεόρασης πείρα τους.
Οπως
κάθε χρονιά, έτσι και φέτος διαπιστώνουμε ότι οι «καθαρόαιμες» πολιτιστικές
εκπομπές δεν είναι καν ο φτωχός συγγενής των ιδιωτικών καναλιών: είναι ο
ανύπαρκτος, ο αγνοούμενος συγγενής. Η «κατανομή του προγράμματος κάθε σταθμού
ανά τυπολογία, δείχνει ότι σε όλα σχεδόν τα ιδιωτικά κανάλια οι εκπομπές αυτές
καταλαμβάνουν λιγότερο από το 1% του προγράμματος. Εξαίρεση αποτελεί ο ΣΚΑΪ
(9,2%) ενώ το ποσοστό 2,2% που εμφανίζει ο ΑΝΤ1 οφείλεται κυρίως στις
βιντεοσκοπημένες θεατρικές παραστάσεις που προβάλλονταν κάθε Σάββατο το
καλοκαίρι (κυρίως επιθεωρήσεις της κακιάς ώρας). Να λοιπόν που η «δημιουργική
λογιστική» έχει πολλαπλές εφαρμογές.
Η
διάκριση του προγράμματος σε κατηγορίες («τυπολογίες»), όπως συμβαίνει στην
έκδοση της AGB, είναι μεν απαραίτητη για να δοθεί μια γενική εικόνα,
ωστόσο δεν μπορεί να αποδώσει τις σημαντικές ποιοτικές αποχρώσεις σε κάθε
τυπολογία (π.χ., το δελτίο του Star κατατάσσεται στις «ειδήσεις», αν και κατά
80% ανήκει στην «ελαφρά ψυχαγωγία»). Επίσης έχουν προβληθεί και προβάλλονται
κάποια σίριαλ που, έστω και λίγο, αντισταθμίζουν το «πολιτιστικό έλειμμα» που
χαρακτηρίζει τα περισσότερα ιδιωτικά κανάλια, όπως συμβαίνει φέτος με τα
«Ματωμένα χώματα» και πέρυσι με το «10» στον Alpha (θα συμβεί όμως και του
χρόνου;).
Παρά
την εντυπωσιακή διάδοση των νέων μορφών ενημέρωσης και ψυχαγωγίας (Διαδίκτυο,
συνδρομητική τηλεόραση, δορυφορικά και ψηφιακά κανάλια), η «κλασική» τηλεόραση
παραμένει πανίσχυρη. Ο χρόνος που περνάμε μπροστά στην οθόνη (ή μάλλον στις
«οθόνες») αυξάνεται και ας είμαστε λαός μεσογειακός κι εξωστρεφής, ενώ πολλοί
προβλέπουν ότι η ύφεση θα μας κάνει ακόμα πιο κολλημένους με την τηλεόραση.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
περιοδικό TV, 8-3-2009)
0 Responses to "Δεν ζούμε χωρίς tv; (8-3-2009)"
Δημοσίευση σχολίου