Την περασμένη εβδομάδα προβλήθηκε σε επανάληψη στην ΕΤ3 η «Σκάλα του Μιλάνου» από την ωραία σειρά ντοκιμαντέρ «Ελλήνων δρώμενα» του Αντώνη Τσάβαλου. Δύσκολο να μη ζηλέψουμε εκείνους που πρόλαβαν ή μάλλον αξιώθηκαν να ακούσουν τον Κάρολο Μιλάνο στο μπουζούκι και τον αδελφό του Νίκο στην κιθάρα, αλλά κυρίως έζησαν τη μοναδική ατμόσφαιρα της βολιώτικης «Σκάλας». 


Αυτό το ιστορικό ταβερνάκι είναι ο πιο νωπός θρύλος στην ιστορία όχι μόνο του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού αλλά και του λαϊκού πολιτισμού.
Η «Σκάλα του Μιλάνου» έκλεισε το 2006, ύστερα από 80 και πλέον χρόνια λειτουργίας. Το ντοκιμαντέρ περιλάβαινε αποσπάσματα από βίντεο που είχαν τραβηχτεί στην ταβέρνα, καθώς και σύντομες αφηγήσεις ανθρώπων που είχαν γνωρίσει και είχαν αγαπήσει τη «Σκάλα». Εντύπωση προκαλούν ο σεβασμός, ο θαυμασμός και η αγαλλίαση στις αφηγήσεις των νέων που μιλούν σήμερα γι’ αυτούς τους καλλιτέχνες. Εύκολα ο τηλεθεατής μαντεύει ότι ο Κάρολος και ο Νίκος, τυχερά παιδιά ενός σπουδαίου πατέρα, δεν ήταν μόνο δεξιοτέχνες μουσικοί, αλλά και ολοκληρωμένες κοινωνικές προσωπικότητες που επέλεξαν το βιοπορισμό σε ένα ταπεινό ταβερνάκι, αρνούμενοι τους μάνατζερ, την καριέρα στη μεγάλη πόλη, τα μεγάλα μαγαζιά και το μεγάλο «νυχτοκάματο». Οι ίδιοι μαγείρευαν νόστιμους (και φτηνούς) μεζέδες, σέρβιραν, κουβέντιαζαν με τους θαμώνες, έπαιζαν θαυμάσια μουσική και τραγουδούσαν. Θυμίζουν εκείνον τον Ινδό επαναστάτη από την Καλκούτα στο μυθιστόρημα του Χάουαρντ Φαστ «Η υπόσχεση», που το 1945 μόνος του έγραφε, τύπωνε, διένεμε και διάβαζε την εφημερίδα του, αφού πήγαινε με το ποδήλατο από χωριό σε χωριό και τη διάβαζε μεγαλόφωνα στους αναλφάβητους χωρικούς. Κάθε ακροατής της εφημερίδας τον πλήρωνε με ένα σπυρί ρύζι κι έτσι εξασφάλιζε το πιάτο της ημέρας. Αυτή και αν ήταν εναλλακτική δημοσιογραφία!
Στη «Σκάλα» επικρατούσαν άγραφοι κώδικες. Το νταηλίκι, το ξεσάλωμα, τα τσιγαριλίκια δεν είχαν θέση εδώ. Σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στα νυχτερινά κέντρα του συρμού, όπου οι φίρμες εμφανίζονται μετά τα μεσάνυχτα, εδώ το πρόγραμμα άρχιζε νωρίς και τελείωνε αυστηρά γύρω στη μία. Παρά τα παρακάλια, δεν υπήρχε «ανκόρ» («κι αύριο μέρα είναι», ήταν η κλασική απάντηση). Η κατάνυξη συνυπήρχε με τη χαρά καθώς οι άνθρωποι δεν μεράκλωναν, αλλά γλεντούσαν δίχως φωτιστικά εφέ, μπαλέτα και μικρόφωνα, ενώ οι μουσικοί δεν κάθονταν στο πάλκο, πιο ψηλά από τον κόσμο, αλλά ανάμεσα στα τραπέζια, πλάι στον κόσμο.
Το ήθος, η νοστιμιά, η απλότητα δεν αναπαράγονται, αλλά και δεν ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν. Νέες μορφές συλλογικότητας και δημιουργίας γεννιούνται και διαδίδονται – και με το Διαδίκτυο να παίζει σημαντικό ρόλο.
Το παράδειγμα της «Σκάλας» δεν τροφοδοτεί μόνο τη νοσταλγία, αλλά το πείσμα και την ευγενική φιλοδοξία ενώ το ντοκιμαντέρ αυτό έμμεσα έδειξε ότι οι Μιλάνοι πήγαν κόντρα στο ρεύμα.


(KAΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα")

0 Responses to "Η αξέχαστη «Σκάλα του Μιλάνου» στον Βόλο"

Δημοσίευση σχολίου