Φέτος
το «Ράδιο Αρβύλα» (ΑΝΤ1) έχει ιδιαίτερη απήχηση σε ένα μεγάλο κομμάτι του
τηλεοπτικού κοινού.
Το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στις προσπάθειες για
βελτίωση που έχουν καταβάλει οι ίδιοι οι συντελεστές της εκπομπής, αλλά και
στην πολύ ισχυρή ανάγκη μας να ξεχαστούμε, να διασκεδάσουμε, να γελάσουμε.
Τέσσερις
άνθρωποι (Αντώνης Κανάκης, Γιάννης Σερβετάς, Στάθης Παναγιωτόπουλος και
Χρήστος Κιούσης) κάθονται στο στούντιο, σε μια διάταξη που θυμίζει πάνελ
πρωινής ενημερωτικής εκπομπής αλλά στο πιο παιχνιδιάρικο. Ολοι φορούν T-σερτ
με χαριτωμένα σχέδια ή μπλουζάκι πόλο σε νεανικά χρώματα – ποτέ σακάκι και
γραβάτα. H πρώτη ύλη της εκπομπής είναι η τηλεόραση, δηλαδή τα σύντομα
βίντεο με τις πιο αστείες ή γελοίες και χαζές στιγμές της πρόσφατης
τηλεοπτικής σοδειάς. Μετά από κάθε βίντεο ακολουθεί ο σχολιασμός και το
γέλιο των ίδιων των παρουσιαστών. Σε αντίθεση με τον Μπάστερ Κίτον που
έβγαζε γέλιο χωρίς ο ίδιος να χαμογελά ποτέ, οι τέσσερις αυτοί κύριοι
ξεκαρδίζονται, συχνά χοροπηδάνε πάνω στο κάθισμά τους, χτυπάνε και το χέρι
τους πάνω στο γραφείο. (Οχι, δεν τους έχω δει να βαράνε το κεφάλι τους στην
τάβλα.) Τι να κάνουμε κι εμείς, ακολουθούμε το παράδειγμά τους… για να
γελάνε τόσο πολύ, κάτι θα ξέρουν.
Δεν
είναι κρύοι ούτε κακόβουλοι, αντίθετα φαίνονται αυθόρμητοι και πληθωρικοί,
σαν μαθητές της τρίτης λυκείου στην πενθήμερη εκδρομή. Μόνο που αυτή η
αναμενόμενη έκρηξη ιλαρότητας θυμίζει το γέλιο-κονσέρβα στις αμερικανικές
sitcoms, τις τηλεοπτικές κωμωδίες καταστάσεων. Ολοι έχουμε γνωρίσει κάποιον
εύθυμο, συμπαθητικό τύπο που αφηγείται ένα ανέκδοτο και, μην μπορώντας να
συγκρατηθεί, γελάει μόνος του στη διάρκεια και στο τέλος της αφήγησης. Συχνά
πέφτουν και κάρτες ή «πειραγμένα» βίντεο που σχολιάζουν, με σκίτσα, τίτλους,
εικόνες ή μεταγλωττισμένους διαλόγους, ένα θέμα της «λάιτ» τηλεοπτικής
επικαιρότητας.
Κάποια
από τα αστεία του «Ράδιο Αρβύλα» είναι έξυπνα, όμως και σε αυτές τις
περιπτώσεις το εύρημα ξεχειλώνει και η σπίθα γίνεται σούπα. Περιορισμένη
είναι η καθαρόαιμη πολιτική σάτιρα, έντονος ο αντιρατσιστικός και ο
φιλονεανικός προσανατολισμός, όμως ποσοτικά κυριαρχούν τα βίντεο με τα
τηλεψώνια, διάσημα και μη. Είναι αυτονόητο ότι σε μια καθημερινή εκπομπή
ωριαίας διάρκειας δεν είναι εύκολο να είναι κανείς διαρκώς πρωτότυπος και να
παράγει πρωτογενές κωμικό υλικό (ακόμα και σε μια εβδομαδιαία δεν είναι
εύκολο). Αναγκαστικά χρησιμοποιείται το έτοιμο, αυτό που ενδεχομένως να
προβληθεί και σε άλλες εκπομπές. Η τηλεόραση, λοιπόν, μέσω και του «Ράδιο Αρβύλα»
αντιπολιτεύεται τον εαυτό της, κρατώντας τους ρόλους και της κυβέρνησης και
της αντιπολίτευσης, μόνο που αυτή η αντιπολίτευση περιορίζεται σε ανώδυνα
πεδία. Μια που στην πραγματική ζωή το «γέλιο της αρκούδας» γίνεται όλο και
πιο σπάνιο, ας αρκεστούμε στο γέλιο της αρβύλας.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα", 13-2-2010)
|
0 Responses to "Αντί για γέλιο της αρκούδας, το γέλιο της αρβύλας"
Δημοσίευση σχολίου