1:52 μ.μ.
Το Σάββατο προβλήθηκε στον ΑΝΤ1 «Η φάρμα των τρελών», μια επιθεώρηση του 2003. Οσοι την είδαν είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν τον Σωτήρη Μουστάκα, αλλά και άλλους ταλαντούχους συναδέλφους του, ακόμα και σε νούμερα που δεν θα τα χαρακτηρίζαμε απολαυστικά. Πώς γίνεται αυτό το θαύμα; Δεν είναι μόνον η μεταθανάτια αίγλη που απέκτησε ο Σ. Μουστάκας, καθώς τον ύμνησαν τόσοι και τόσοι επιφανείς, δεν είναι μόνον το εκρηκτικό ταλέντο του, αλλά είναι και η δυναμική που περικλείει το θεατρικό αυτό είδος, όχι μόνο ως ένδοξη παράδοση, αλλά και ως ελπίδα και προοπτική.
Αρκετοί βλέπουν αυτές τις σαββατιάτικες βιντεοσκοπημένες επιθεωρήσεις και τραβούν τα μαλλιά τους - και δεν έχουν άδικο, αφού συνήθως περισσεύουν οι χοντράδες, το κιτς, τα κρύα αστεία, τα αντιδραστικά στερεότυπα. Ωστόσο, η παράσταση αυτή (με τους Ν. Παπαναστασίου, Κ. Τσάκωνα, Μ. Λεζέ, Μ. Μόσιο, Γ. Καπετάνιο, Αθηνά Μαυρομάτη, Σόφη Ζαννίνου και κείμενα των Μιχ. Ανθη και Αγγ. Πυριόχου) είχε κάποιες καλές στιγμές.
Π.χ., σε ένα νούμερο με τίτλο «Δεν μπορώ», μια παρωδία της παλιάς εκπομπής της Αννας Δρούζα, εμφανίζεται στη σκηνή-στούντιο ένα ζευγάρι. Εκείνος κι εκείνη αλληλοβρίζονται, δίνοντας την εντύπωση ότι τους χωρίζει μίσος αγεφύρωτο. Στο τέλος του σόου, εισπράττουν μερικά χαρτονομίσματα και, όταν μένουν μόνοι, αγκαλιάζονται χαρούμενοι: «Αντε, βγήκε και πάλι σήμερα το μεροκάματο».
Σε ένα νούμερο, ο Σωτήρης Μουστάκας υποδύεται τη μάνα που καταδίδει στην Αντιτρομοκρατική τους δύο γιους της, λέγοντας ότι είναι μέλη της «17 Νοέμβρη», για να εισπράξει την επικήρυξη. Ο θεατής άλλοτε γελάει με τις ατάκες και την ερμηνεία της Μάνας-Καρφί, άλλοτε κουνάει το κεφάλι του. Π.χ., όταν οι γιοι της την κατηγορούν ότι δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ στην κηδεία του συζύγου της, αυτή απαντά ότι δεν μπορούσε να κλάψει αφού είχε λουστεί με το σαμπουάν «όχι πια δάκρυα». Αστείο; Χμμ... Οταν όμως η μάνα παραληρεί και περιγράφει φανταστικές ερωτικές της περιπέτειες με τρομοκράτες εραστές, είναι αδύνατο να μη χαμογελάσουμε - και ας κατανοούμε ότι η ιστορία της τρομοκρατίας δεν προσφέρεται για αστειάκια. Τελικά, η μάνα υποκρίνεται ότι έπαθε καρδιακή προσβολή και ξεψυχάει επί σκηνής. Σιγά το εύρημα, θα πείτε. Οταν όμως εκείνη κλαψουρίζει «Φεύγω, φεύγω, τελειώνω...» η πλατεία του θεάτρου σείεται από τα γέλια. Σε μια στιγμή συνέρχεται, κλείνει το μάτι, «όχι ακόμα», λέει προτού πεθάνει μεγαλοπρεπώς και στα ψέματα.
Σε ένα άλλο νούμερο, ο Σ. Μουστάκας ξαναπεθαίνει σαν Σωκράτης, αφού τραγουδήσει το «Μην κλαις για μένα, Αθήνα» α λα «Don’t cry for me Argentina». Μόνο που μόλις απομακρύνει την κούπα με το δηλητήριο από τα χείλη του, παρατηρεί ότι το κώνειο είναι ληγμένο. «Λες να πάθω καμιά δηλητηρίαση;» αναρωτιέται απευθυνόμενος στο κοινό.
Αν και η επιθεώρηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται ζεστό, χαρήκαμε βλέποντας έναν σπουδαίο ηθοποιό που καταφέρνει να είναι αστείος ακόμα και όταν δεν λέει αστεία. Εναν ηθοποιό που προκαλεί το γέλιο με το τίποτα και που η λάμψη του δεν εκμηδενίζει, αλλά φωτίζει τους συναδέλφους του πάνω στο σανίδι. Λυπηθήκαμε ξανά που πριν από δύο μήνες δεν πέθανε στα ψέματα, αλλά στ’ αλήθεια. Σίγουρα του άξιζαν καλύτεροι ρόλοι, όμως δεν είναι και λίγο το να είσαι μεγάλος σε ρόλους μικρούς (και δεν εννοώ σε έκταση) και σε μίζερους καιρούς.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, "Εικονογράφημα")

0 Responses to "Μεγάλος καλλιτέχνης (7-8-07)"
Δημοσίευση σχολίου