Όπως στην τηλεόραση υπάρχει Ο Δημοσιογράφος –και όλοι ξέρουμε ποιος είναι αυτός– έτσι υπάρχει και Ο Συγγραφέας. Ο καπετάνιος Αρης πολέμησε σε αληθινά βουνά, αγαπήθηκε και μισήθηκε από αληθινούς ανθρώπους, όμως και ο συγγραφέας Αρης στο «Δυο μέρες μόνο» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, το οποίο ολοκληρώθηκε προχθές στο Mega, αγάπησε και έκλαψε πολύ και έγινε περιζήτητος στους εκδοτικούς κύκλους.


Πολλοί τον ζήλεψαν επειδή τον ερωτεύονταν οι πιο ωραίες γυναίκες και επειδή οδηγούσε τα πιο ωραία αυτοκίνητα, άκουγε τα πιο ωραία τραγούδια, έλεγε τα πιο βαθυστόχαστα λόγια, έχυνε τα πιο όμορφα δάκρυα και φορούσε τα πιο όμορφα μαύρα γυαλιά μέρα μεσημέρι. Επιπλέον είχε μια όμορφη μαμά που τη «γούσταρε» ο καλύτερός του φίλος, ο οποίος είχε αποκτήσει ένα παιδί με μια όμορφη λεσβία που δυστυχώς αγαπούσε μια άλλη γυναίκα (όχι τη μαμά), ενώ ο φίλος αγάπησε μια όμορφη Αμερικανίδα τουρίστρια, η οποία όμως αγαπούσε τον αδελφό του (του φίλου, όχι  του συγγραφέα), που είχε έρθει από το εξωτερικό μαζί με μια μαϊμού.
            Ελαφρά ταξιαρχία και όχι βαρύ πυροβολικό αποδείχτηκε αυτό το σίριαλ. Οι τηλεθεατές δεν γελούσαν στις τραγικές στιγμές του, όπως συχνά συμβαίνει με τα δράματα, αλλά και δεν διασκέδαζαν με τις κωμικές πινελιές που προστέθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες. Το προπέρσινο φιλί μεταξύ ανδρών στο σίριαλ «Kλείσε τα μάτια» του κ. Παπακαλιάτη φέτος δικαιώθηκε δικαστικά, αφού αναιρέθηκε το πρόστιμο το οποίο είχε επιβάλει το ΕΣΡ, όμως το «Δυο μέρες μόνο» πλήρωσε το πρόστιμο της πλήξης για το οποίο δεν υπάρχει δυνατότητα προσφυγής.
            Τα σίριαλ είναι σαν τα χάμπουργκερ: αφού κρυώσουν δεν τρώγονται, δεν ξαναζεσταίνονται, ενώ όταν περάσει λίγος καιρός κανείς δεν θυμάται τι έφαγε. Το «Δυο μέρες μόνο» κουβαλούσε το αρνητικό φορτίο της διακοπής του στη μέση της περυσινής σεζόν και της άχαρης φετινής επανεκκίνησής του, όμως η αδυναμία του δεν έχει σχέση με τις ικανότητες των συντελεστών του, αλλά κυρίως με την αλλαγή της εποχής. Ο κ. Παπακαλιάτης δεν άλλαξε προς το χειρότερο. Απέκτησε επαγγελματική πείρα, γνώρισε από τα μέσα τα μυστικά του Μέσου, όμως καθηλώθηκε, παγιδεύτηκε  στο μπαγιάτικο λαϊσφτάιλ που κάποτε του χάρισε την επιτυχία, όταν από χίλιες μεριές η ζωή στέλνει το μήνυμα ότι νηστικό αρκούδι δεν χορεύει, ας είναι και ντιζαϊνάτο. Ωραία ήταν τα πρόσωπα, ωραία τα σκηνικά, ωραίο το μουσικό περιτύλιγμα, όμως η ρηχότητα και η επιτήδευση των διαλόγων και των καταστάσεων λειτούργησαν αρνητικά. Ο κόσμος στον οποίο κινούνταν οι ήρωες του σίριαλ είχε περισσότερη σχέση με τον κόσμο των dvds και των τηλεοπτικών διαφημίσεων, με τον κόσμο της ντιζαϊνάτης κατανάλωσης και των ντιζαϊνάτων συναισθημάτων παρά με τον πραγματικό κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε.
            Είναι αυτονόητο ότι οι τηλεθεατές δεν βλέπουν σίριαλ για να γνωρίσουν τον πραγματικό κόσμο –αυτός μας σφραγίζει, μας εξουθενώνει κάθε μέρα– αλλά γιατί αποζητούν τη φυγή. Μόνο που για να είναι αποτελεσματική, η φυγή πρέπει να «πατάει» στον πραγματικό κόσμο, που στο συγκεκριμένο σίριαλ είναι απών. Ενας ταλαντούχος καλλιτέχνης δεν «σερβίρει» τον πραγματικό κόσμο ή έστω κάποιες φέτες του, αλλά τον μεταμορφώνει, τον κάνει να μοιάζει μαγικός. Και ο παπακαλιάτειος κόσμος δεν μοιάζει μαγικός αλλά γερασμένος.
            

0 Responses to ""Δυο μέρες μόνο""

Δημοσίευση σχολίου