Ο Χάουαρντ Μεκάνικ το 2005,
 στο Πρέσκοτ της Αριζόνας.
Μια ιστορία που μοιάζει με κινηματογραφική ταινία

ΚΕΙΜΕΝΟ 1: 

«Καθώς μπαίνουμε στον 21ο αιώνα, το φριχτό και παγωμένο χέρι του Ρίτσαρντ Νίξον βγαίνει από τον τάφο για να γραπώσει τον τελευταίο Αμερικανό όμηρο του Πολέμου του Βιετνάμ».


Έτσι αρχίζει ένα κείμενο συμπαράστασης των φίλων του Χάουαρντ Μεκάνικ, που σήμερα πληρώνει για την αντιπολεμική δράση που είχε αναπτύξει πριν από 30 χρόνια.
         Το 1970 ο Μεκάνικ, ένας 22χρονος φοιτητής, καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκισης εξαιτίας της αντιπολεμικής του δραστηριότητας. Όταν έφτασε η ώρα να εκτίσει την ποινή του, αντί να παραδοθεί, προτίμησε να γίνει φυγάς. Όπως ο Γιάννης Αγιάννης, άλλαξε ταυτότητα, έγινε ο κύριος Μαγδαληνή και έζησε 28 χρόνια ως Γκάρι Τρεντγουέι. Φέτος τον Φεβρουάριο ο Μεκάνικ έπεσε στα χέρια του Ιαβέρη και σήμερα βρίσκεται στη φυλακή της πόλης Φλόρενς στην Αριζόνα. Και το «καρφί» ήταν μια φιλόδοξη δημοσιογράφος που έκρινε ότι όφειλε να πει όλη την αλήθεια στο λαό.
         Ας πάρουμε τα γεγονότα από την αρχή.
         Το 1970 ο Μεκάνικ είναι φοιτητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Ουάσιγκτον στο Σεντ Λούις του Μισούρι, μιας από τις εστίες του αντιπολεμικού κινήματος στις ΗΠΑ, και δραστηριοποιείται στο αντιπολεμικό κίνημα χωρίς να είναι μέλος κάποιας από τις «εξτρεμιστικές» οργανώσεις της εποχής, όπως ήταν οι Weathermen ή οι SDS (Φοιτητές για μια δημοκρατική κοινωνία). Ήταν ένας ήσυχος, μελετηρός νέος, αλλά, όπως κατέθεσε κάποιος συμφοιτητής του, είχε κάποτε πει «αρκεί να διαβάσεις τον Μαρξ για να καταλάβεις ποια θα ειναι η εξέλιξη της κοινωνίας...»


Eπίθεση Εθνοφρουράς στο Κεντ.

Tην άνοιξη του 2070 ο Νίξον ανακοινώνει ότι επεκτείνει τον πόλεμο στο Βιετνάμ, συμπεριλαμβάνοντας την Καμπότζη. Ένα κύμα διαδηλώσεων σαρώνει τη χώρα και οι αρχές απαντούν με τα όπλα. Στο Πανεπιστήμιο Τζάκσον, στο Μισισίπι, η Eθνοφρουρά θερίζει με 300 σφαίρες τους φοιτητικούς κοιτώνες σκοτώνοντας δύο φοιτητές και τραυματίζοντας δώδεκα. Στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Κεντ, οι αστυνομικοί ρίχνουν στο ψαχνό και τέσσερις φοιτητές πέφτουν νεκροί. Η είδηση εξαπλώνεται σαν πυρκαγιά. Τίποτα δεν φαίνεται ικανό να σταματήσει την οργή της αμερικανικής φοιτητικής νεολαίας τη μοιραία εκείνη νύχτα της 4 ης Μαΐου. Χιλιάδες αστυνομικοί και άνδρες της Εθνοφρουράς αναπτύσσονται στις πανεπιστημιουπόλεις των ΗΠΑ, καθώς 250 κολέγια έχουν κατέβει σε απεργια. Στο Πανεπιστήμιου του Σικάγου, οι φοιτητές σκάβουν χαρακώματα για να εμποδίσουν την πρόσβαση των στρατευμάτων. Σε ένα κολέγιο στην Ιντιανάπολις ένας φοιτητής αυτοπυρπολείται. Σε ένα άλλο, στο Νέο Μεξικό, τρεις φοιτητές τραυματίζονται βαριά στη διάρκεια συγκρούσεων με την αστυνομία.
         Στο Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον 1.000 φοιτητές συγκεντρώνονται τα μεσάνυχτα έξω από το κτίριο του Κέντρου Στρατολογίας, που έχει παραδοθεί στις φλόγες, κραυγάζοντας «Βurn, baby, burn!» (Να καείς, μωρό μου, να καείς) και «Πολιτεία Κεντ, πολιτεία Κεντ!» Ο Μεκάνικ βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος. Οι φοιτητές εμποδίζουν τα πυροσβεστικά οχήματα να πλησιάσουν το φλεγόμενο κτίριο, σύμβολο του δολοφονικού αμερικανικού μιλιταρισμού.

         Ο Μεκάνικ συλλαμβάνεται και δικάζεται με βάση το νέο «ιδιώνυμο» που είχε ψηφίσει η κυβέρνηση Νίξον το 1968 για να τσακίσει το ακμαίο αντιπολεμικό κίνημα. Ο νόμος αυτός προβλέπει βαριές ποινές για όποιον παρεμποδίζει ένα όργανο της τάξης να ασκήσει τα καθήκοντά του στη διάρκεια «ταραχών». (Οι «ταραχές» συμβαίνουν όταν μια ομάδα τριών ή περισσότερων ατόμων προκαλεί αναστάτωση ή φθορές.)
         Ο Μεκάνικ είναι ο πρώτος Αμερικανός που δικάζεται με το νέο νόμο. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, είναι ο υπεύθυνος του εμπρησμού του κτιρίου με μολότοφ. Δεκαεννέα μάρτυρες παρελαύνουν στο δικαστήριο, οι περισσότεροι πυροσβέστες που δηλώνουν ότι το πλήθος περιελάμβανε πάνω από τρία άτομα. Μόνον ένας ισχυρίζεται ότι είδε τον μάρτυρα να κρατά μια μολότοφ (ένας φοιτητής που πέθανε το 1983). Ας σημειωθεί ότι κανένας φοιτητής ή πυροσβέστης δεν τραυματίστηκε. Αν και ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας πέφτει σε χοντρές αντιφάσεις, καθώς παραδέχεται ότι η μολότοφ πιθανόν να βρισκόταν στα χέρια κάποιου άλλου, ο Μεκάνικ καταδικάζεται σε πέντε χρόνια φυλάκιση.
         Ο Μεκάνικ ασκεί έφεση, αφήνεται προσωρινά ελεύθερος και κατά τα επόμενα δύο χρόνια προσπαθεί να φέρει την υπόθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εξαντλεί όλα τα ένδικα μέσα, αλλά μάταια. Το 1972 καλείται να εκτίσει την ποινή του. Και τότε διαλέγει να μην παραδοθεί. Με 4.000 δολάρια στην τσέπη, που τα μάζεψε πουλώντας τη συλλογή του από γραμματόσημα και αυτόγραφα αστροναυτών, πηδά σε ένα πούλμαν και καταλήγει στην Αριζόνα όπου αρχίζει μια νέα ζωή σαν Γκάρι Τρεντγουέι στο Σκοτσντέιλ, μια μικρή συντηρητική πόλη στην καρδιά της ερήμου. Εκεί ασχολείται με διάφοαρες επιχειρήσεις, παντρεύεται, αποκτά ένα γιο (σήμεα 19χρονος φοιτητής), χωρίζει και φτιάχνει ξανά τη ζωή του με μια κοπέλα την οποία γνωρίζει μέσω μιας αγγελίας σε μια τοπική «εναλλακτική» εβδομαδιαία εφημερίδα, με την οποία ζητούσε μια γυναίκα «αριστερή, να μην καπνίζει, να απέχει από το κρέας και να είναι κοινωνική ακτιβίστρια»...
         Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο τον τρώει το σαράκι της πολιτικής. Συμμετέχει σε διαδηλώσεις και αρθρογραφεί στον τοπικό Τύπο για ποικίλα τοπικά και πολιτικά ζητήματα, π.χ., για τη διάθεση δημόσιου χρήματος για τη χρηματοδότηση ιδιωτικών αθλητικών κέντρων ή για την άρση ενός νόμου που επιτρέπει τις δωρεές από επιχειρηματίες σε προεκλογικές εκστρατείες. Γίνεται μέλος της συντακτικής επιτροπής του Ρεύματος (Τhe Current), ενός μηνιαίου πολιτικού ριζοσπαστικού περιοδικού. Ενισχύει υλικά τις οργανώσεις αστέγων, κάνει δωρεές σε σχολικές βιβλιοθήκες και συνδράμει οικονομικά το Πράσινο Κόμμα στην Αριζόνα. Με λίγα λόγια, είναι υπόδειγμα πολιτικοποιημένου και ταυτόχρονα νομοταγούς πολίτη: πληρώνει τακτικά τους φόρους του και διαθέτει το 25% του ετήσιου εισοδήματας του, που ανέρχεται σε 100.000 δολάρια, για κοινωφελείς σκοπούς.
         Καλοξυρισμένος και κοντοκουρεμένος, ο ευυπόληπτος 25χρονος επιχειρηματίας, που στις αρχές του 2000 κατεβαίνει υποψήφιος για το δημοτικό συμβούλιο του Σκοτσντέιλ, σε τίποτα δεν θυμίζει τον άγριο μακρυμάλλη φοιτητή των αρχών του ’70. Γι’ αυτό και η νεαρή δημοσιογράφος μιας τοπικής εφημερίδας που αναλαμβάνει να του πάρει μια συνέντευξη ρουτίνας ώστε να εντάξειι το «προφίλ» του (όπως και για τους άλλους υποψήφιους) βαριέται του θανατά. Εξάλλου, εκείνες τις μέρες είχε ανακαλυφθεί στην περιοχή ένα ακέφαλο πτώμα σε έναν κάδο σκουπιδιών και η κοπέλα ήλπιζε ότι η δολοφονία αυτή θα ήταν το ρεπορτάζ της ζωής της.
         Ωστόσο, το λαβράκι ήρθε από εκεί που κανείς δεν το περίμενε. Στη διάρκεια της συνέντευξης, ο Τρεντγουέι έπεσε σε αντιφάσεις (π.χ., σε σχέση με τις σπουδές του) και τελικά εξομολογήθηκε στη δημοσιογράφο ότι δεν ήταν αυτός που ισχυριζόταν. Με δάκρυα στα μάτια παραδέχτηκε ότι εκκρεμούσε σε βάρος του μια δικαστική καταδίκη και της εξήγησε ότι σκόπευε να αποσύρει την υποψηφιότητά του.
         «Είναι στο χέρι σου το τι θα κάνεις», της είπε. «Αν θέλεις, με στέλνεις στη φυλακή. Εσύ θα αποφασίσεις αν θα φερθείς σαν καλή ρεπόρτερ ή σαν καλός άνθρωπος».
         Ενώ ο Τρεντγουέι έψαχνε στο Ίντερνετ για να βρει μια ανίατη ασθένεια με την οποία θα δικαιολογούσε την παραίτησή του από την κούρσα των εκλογών, η δημοσιογράφος έκανε την πρώτη επιλογή. Κάρφωσε τον Τρεντγουέι στον αρχισυντάκτη της και τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Ο καταζητούμενος Μεκάνικ συνελήφθη και οδηγήθηκε στη φυλακή. Ωστόσο, η υποψηφιότητά του στις δημοτικές εκλογές ήταν τυπικά νόμιμη. Παρά τους μύδρους που εξαπολύθηκαν εναντίον του Μεκάνικ που «πρόδωσε την εμπιστοσύνη μιας ολόκληρης πόλης», ο φυλακισμένος υποψήφιος συγκέντρωσε 1.300 ψήφους –αριθμός διόλου ευκαταφρόνητος για μια πόλη 120.000 κατοίκων.

ΚΕΙΜΕΝΟ 2

Ένα παλιό ιρλανδικό παραμύθι μιλά για έναν χωρικό που δεν ήξερε να αφηγηθεί καμία ιστορία. Ήξερε μόνο το χωριό του και τη δουλειά του και πέραν τούτων ουδέν. Ώσπου μια μέρα απίθανα και τρομερά πράγματα συμβαίνουν στον απλοϊκό Ιρλανδό: ανεμοστρόβιλοι τον σηκώνουν και τον πάνε σε μέρη αλλόκοτα, μπλέκει σε περιπέτειες πρωτάκουστες και, όταν επιστρέφει στο χωριό του, τον ρωτούν: «Λοιπόν, εξακολουθείς να μην μπορείς να διηγηθείς μια ιστορία;»
         Στην πραγματικότητα, ο χωρικός δεν είχε απομακρυνθεί ποτέ από το χωριό του. Απλώς, με τη βοήθεια κάποιων αγαθοποιών πνευμάτων, έμαθε να βλέπει, να ακούει, να συσχετίζει ίχνη, θραύσματα και υπαινιγμούς και να πλάθει ιστορίες.
         Η Αριστερά της σκοτεινής όσο και θαυμαστής εποχής μας φαίνεται να ξεχνά τις (όχι και τόσο παλιές) ιστορίες της και, πολύ περισσότερο, να πλάθει καινούργιες. Δεν αφηγούμαστε πια ιστορίες για ήρωες, για τυράννους ή για απατεώνες, σαν να ντρεπόμαστε για το παρελθόν μας και  να αδιαφορούμε για το παρόν ή για το τι μας επιφυλάσσει το μέλλον. Και όχι πως μάθαμε να πατάμε γερά στο έδαφος της πραγματικότητας· αντίθετα, υιοθετούμε με αφέλεια τους πιο τετριμμένους μύθους, τα πιο ξεπερασμένα στερεότυπα των εχθρών μας.
         Ο βίος ο Χάουαρντ Μεκάνικ δεν δείχνει μόνον ότι η εποχή μας γεννά εκπληκτικές ιστορίες, που θα τις ζήλευαν οι παλιοί παραμυθάδες και θα τις ακριβοπλήρωνε το Χόλιγουντ. Δείχνει ότι ακόμα και όταν η ζωή μοιάζει να μας στριμώχνει από παντού, έχουμε επιλογές. Ο Χάουαρντ Μεκάνικ είναι ο Αμερικανός Γιάννης Αγιάννης. Και δεν καταδικάστηκε επειδή έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί, αλλά επειδή πεινούσε για δικαιοσύνη –όπως πεινούσαν εκατομμύρια νέοι σε όλο τον κόσμο. Ο Γιάννης Αγιάννης έμεινε 19 χρόνια στο κάτεργο, επειδή μια ζωή προσπαθούσε να δραπετεύσει. Ο Μεκάνικ, που καταδικάστηκε πέντε χρόνια, διάλεξε να μην κλειστεί στις φυλακές του Νίξον και έζησε με 28 ολόκληρα χρόνια με ψεύτικη ταυτότητα. Και, όπως ο Γιάννης Αγιάννης, έγινε ο «καλός» κύριος Μαγδαληνή, έτσι και ο Μεκάνικ έγινε ο ευυπόληπτος κύριος Τρεντγουέι.
         Στους Αθλίους του Βίκτωρα Ουγκώ, ο Αγιάννης νικά τελικά τον Ιαβέρη. Στην περίπτωση του Μεκάνικ, οι μοντέρνοι Ιαβέρηδες φαίνεται να έχουν το πάνω χέρι. Ωστόσο, στις ιστορίες δεν πρέπει ποτέ να λες «ποτέ».

3. ΟΙ ΝΑΠΑΛΜ ΤΟΥ ΒΙΕΤΝΑΜ ΚΑΠΝΙΖΟΥΝ ΑΚΟΜΑ

Τον Φεβρουάριο του 1975 δόθηκε αμνηστία στον Σπύρο Μπλαζάκη και τον Γιώργο Τζομπανάκη που από την εποχή του Εμφύλιου Πολέμου κρύβονταν στα βουνά της Κρήτης. Η εμφάνιση των δύο θρυλικών αναρτών στο φαράγγι του Θέρισου ήταν θριαμβευτική. Γριούλες έκλαιγαν και καλούσαν τους νεκρούς γονείς των ανταρτών από το υπερπέραν: «Ελάτε να δείτε τους γιους σας που αναστήθηκαν».        
         Η ανάσταση του Χάουαρντ Μεκάνικ από τις στάχτες του Γκάρι Τρεντγουέι δεν ήταν διόλου πανηγυρική. Ο άνθρωπος που επί 28 χρόνια βρισκόταν στη λίστα των καταζητούμενων του FBI, με την περιγραφή «οπλισμένος και επικίνδυνος», πιάστηκε τελικά στα δίχτυα του νόμου, όχι επειδή οι διωκτικές αρχές πάντα νικούν, αλλά γιατί τον έτρωγε το σαράκι της πολιτικής.
         Ο Μεκάνικ βρίσκεται εδώ και οχτώ μήνες στις φυλακές Λόρενς της Αριζόνα. Εκτός από τα πέντε χρόνια της αρχικής ποινής, εκκρεμούν σε βάρος του διάφορες κατηγορίες, που έχουν σχέση με ψευδείς δηλώσεις προς το Δημόσιο (π.χ., για έκδοση άδειας οδήγησης), που αθροιστικά μπορούν να τον καταδικάσουν μέχρι 15 χρόνια φυλάκισης.
         Άλλα άτακτα παιδιά της ταραγμένης δεκαετίας του ’70 πήραν άφεση αμαρτιών ή τιμωρήθηκαν με πολύ ελαφρές ποινές. Για παράδειγμα, ο Ντέιβιντ Φάιν, που είχε τοποθετήσει μια αυτοσχέδια βόμβα στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν το 1970, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένας άνθρωπος, συνελήφθη το 1976 και έμεινε τρία χρόνια στη φυλακή.
         Ένας από τους υπερασπιστές του Μεκάνικ είναι ο καθηγητής φιλολογίας Κάρτερ Ρέβαρντ, ο οποίος είχε βάλει υποθήκη το σπίτι του για να πληρωθεί η εγγύηση για την αποφυλάκιση του φοιτητή του. Μετά την εξαφάνιση του Μεκάνικ, το 1972, ο Ρέβαρντ κινδύνεψε να χάσει το σπίτι του.
         Οι συνάδελφοί του στο πανεπιστήμιο έκαναν έρανο, μάζεψαν 10.000 δολάρια και το σπίτι σώθηκε. Ο Ρέβαρντ, σήμερα συνταξιούχος, είναι εξαγριωμένος, αλλά όχι με τον Μεκάνικ. «Του έριξαν πέντε χρόνια για μια μολότοφ και ταυτόχρονα παρασημοφορούσαν εκείνους που έκαιγαν με ναπάλμ γυναικόπαιδα στο Βιετνάμ. Κανονικά, αυτοί που θα έπρεπε να βρίσκονται φυλακή είναι οι διώκτες του», λέει ο Ρέβαρντ.
Ένας χαφιές που έγινε
εκατομμυριούχος.
 Την ίδια εποχή που ο Μεκάνικ ρίχνεται στη φυλακή, η αμερικανική κοινωνία «παρασημοφορεί», με τον τρόπο της, τα πραγματικά αποβράσματα. Σήμερα δοκιμάζει την τύχη του στο Χόλιγουντ ο 43χρονος Άντριου Τσέιμπερς, ο μεγαλύτερος πληροφοριοδότης όλων των εποχών, έμμισθος συνεργάτης της αμερικανικής Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών. Στα 16 χρόνια της χαφιεδοσύνης του, ο Τσέιμπερς βοήθησε στη σύλληψη 445 υπόπτων για χρήση κι εμπορία ναρκωτικών ουσιών και αποκόμισε πάνω από 2 εκατ. δολάρια (μισθοί και έξοδα παράστασης).

 ΄Ενα άλλο «μπουμπούκι» είναι ο 51χρονος Τσακ Μαγουίνι, η πιο αποτελεσματική φονική μηχανή στον Πόλεμο του Βιετνάμ. Ως ελεύθερος σκοπευτής, ο Μαγουίνι έχει στο ενεργητικό του 319 δολοφονίες Βιετναμέζων ανταρτών. Μετά το τέλος του πολέμου, έζησε καμιά τριανταριά χρόνια στην αφάνεια σαν δασοφύλακας, αλλά πρόσφατα, μετά την έκδοση μιας βιογραφίας του, έγινε διάσημος.
         Σήμερα ο Μαγουίνι είναι περιζήτητος. Δίνει διαλέξεις και διδάσκει το «υπέρτατο κυνήγι», όπως το χαρακτηρίζει (δηλαδή την τεχνική του καμουφλάζ, του εντοπισμού του στόχου και της εξόντωσής του), σε επίλεκτες αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις της Αμερικής, της Βρετανίας, της Ρωσίας, της Τσεχίας, της Γερμανίας και άλλων χωρών.
         Ο αρχιεκτελεστής και ο αρχιχαφιές  ευημερούν, αλλά ο Χάουαρντ Μεκάνικ πρέπει είτε να τιμωρηθεί είτε να εξευτελιστεί, αν όχι καρφώνοντας (πράγμα που μέχρι σήμερα δεν έχει κάνει) όσους τον βοήθησαν να αποκτήσει ψεύτικη ταυτότητα, τουλάχιστον ζητώντας επιείκεια, παρακαλώντας να τον αφήσουν να ζήσει μια «ήσυχη ζωή».
         Ασφαλώς υπάρχουν πολλοί τρόποι για να τσακίσει το σύστημα έναν άνθρωπο. Σημασία δεν έχει ο βαθμός ηρωισμού που επέδειξε ώς τώρα ή θα επιδειξει στο μέλλον ο Μεκάνικ, αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν σπίθες που ακόμα κρατούν, το γεγονός ότι ο πόλεμος στο μέτωπο της Ινδοκίνας έκλεισε, αλλά ο ακήρυχτος οικονομικός πόλεμος μαίνεται και παίρνει απρόσμενες μορφές.
         Ο δημοσιογράφος Ρίτσαρντ Γκολντστάιν, ένας από τους μαχητές (και όχι τους εκδρομείς του ’60) έγραψε πρόσφατα για τη γενιά του: «Το κίνημά μας χτυπήθηκε λυσσαλέα. Οι ηγέτες μας δολοφονήθηκαν μπροστά στα μάτια μας. Τους καλύτερους και τους εξυπνότερους τους πυροβόλησαν οι αστυνομικoί, τους έσυραν σε σκάλες τραβώντας τους από τα μαλλιά, τους έπνιξαν με δακρυγόνα. Στο τέλος της μέρας ήμαστε καταπτοημένοι, εξαντλημένοι, έτοιμοι για τον οίκτο της αγοράς».
         Τουλάχιστον ο Μεκάνικ δεν ζήτησε τον οίκτο τη αγοράς. Καβάλησε το κύμα και προσπάθησε να σταθεί όρθιος με τον τρόπο που ο ίδιος καταλάβαινε και στις συνθήκες της χώρας του επέτρεπαν. Και αυτό που πληρώνει δεν είναι οι παλιές άρτιες του, αλλά το σημερινό πείσμα του –και ό,τι αυτό το πείσμα μπορεί να εμπνεύσει.

(Δημοσιεύτηκε στο "ΠΡΙΝ", 3/9/2000)

Υ.Γ.: ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ Ο ΜΕΚΑΝΙΚ;

Ο  Χάουαρντ Μεκάνικ πήρε χάρη από τον Μπιλ Κλίντον στις 20 Ιανουαρίου, την τελευταία ημέρα της προεδρικής θητείας τους (ακολούθησε ο Τζορτζ Μπους), γεγονός που οφείλεται στο κίνημα σμπάραστασης που εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ (συλλογή υπογραφών, δημοσιεύματα κ.λπ.). Μετά από 5 χρόνια ιδιώτευσης, το σαράκι της συμμετοχής στα κοινά χτύπησε ξανά, αυτή τη φορά όταν ο Χ. Μ. ζούσε στο Πρέσκοτ, μια πόλη 40.000 κατοίκων στην Αριζόνα. Το φθινόπωρο του 2005 έθεσε υποψηφιότητα για το δημοτικό συμβούλιο της πόλης, με κύρια αιχμή την προστασία του περιβάλλοντος. Η κατακραυγή για τον «εγκληματία» ήταν λυσσαλέα. Τελικά, ο Χ.Μ. ήρθε πέμπτος ανάμεσα στους έξι υποψηφίους. ΄Εκτοτε, δεν συναντάμε ίχνη του Χ.Μ., τουλάχιστον στο Διαδίκτυο.

(Ιανουάριος 2011)

0 Responses to "Ο Γιάννης Αγιάννης της εποχής μας (3 κείμενα)"

Δημοσίευση σχολίου