Φίλιπ Μπέικερ Χολ, Σούζαν Σάραντον, Τζον Κιούζακ


Μια ταινία που καταπιάνεται με τα μεγάλα θέματα και της δικής μας εποχής, όπως είναι η σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική, το κράτος και το κεφάλαιο, το εργατικό κίνημα και την επανάσταση.

Αν πάρει κανείς στα σοβαρά τις εκπληκτικά ομόφωνες κριτικές των αμερικανικών και ελληνικών εντύπων, θα σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Τιμ Ρόμπινς είναι το χαϊδεμένο κόκκινο παιδί του Χόλιγουντ και ότι η τελευταία ταινία του, Οι αντάρτες του Μπροντγουέι, αν και καλών προθέσεων, λυγίζει κάτω από το βάρος των πολλών προσώπων και “υποσεναρίων”, της υπέρμετρης φιλοδοξίας του σκηνοθέτη και της απλουστευμένης ιδεολογικής στάσης του. “Χοντροκομμένο λαϊκό μανιφέστο” τη χαρακτηρίζει το περιοδικό Σινεμά, ενώ τοTime σχολιάζει ειρωνικά: “Αφού ο κύριος Ρόμπινς θεωρεί τους καπιταλιστές εξ ορισμού καθάρματα, γιατί ασχολείται μαζί τους;”

Στην πραγματικότητα, Οι αντάρτες του Μπροντγουέι είναι μια από τις σημαντικότερες και τις πιο πολιτικές ταινίες των τελευταίων δεκαετιών, που, αν και εξελίσσεται στη δεκαετία του ’30, καταπιάνεται με τα μεγάλα θέματα της δικής μας εποχής, όπως είναι η σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική, το κράτος και το κεφάλαιο, το εργατικό κίνημα και την επανάσταση, καθώς και την προδοσία τη “δήλωση μετανοίας” και την ανάκλησή της.

Ο συνωστισμός των αστεριών που δίνουν το παρών στην ταινία είναι εντυπωσιακός: από τη Βανέσα Ρεντγκρέιβ, τη Σούζαν Σάραντον, τον Τζον Κιούζακ και την Έμιλι Γουότσον (Δαμάζοντας τα κύματα) μέχρι τον χαρισματικό Τζον Τορτούρο και τον Μπιλ Μάρεϊ (εκπληκτικό στο ρόλο ενός εγγαστρίμυθου καλλιτέχνη), καθώς και τον σκηνοθέτη Τζον Κάρπεντερ –σημάδι της εκτίμησης που τρέφουν πολλοί άνθρωποι της τέχνης για τον Ρόμπινς.

Η ταινία στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, αλλά τόσο συνταρακτικά και τόσο αποσιωπημένα που μοιάζουν να έχουν επινοηθεί. Η λογοκρισία, ο στραγγαλισμός της τέχνης είτε από το κράτος είτε από τους χορηγούς, είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι παράλληλες ιστορίες της ταινίας: για πρώτη φορά (και μάλιστα επί Ρούζβελτ!), η κυβέρνηση στέλνει πάνοπλους άντρες της Εθνοφυλακής για να εμποδίσουν το ανέβασμα ενός “φιλεργατικού” θεατρικού έργου το οποίο σκηνοθετεί ο 22χρονος τότε Όρσον Ουέλες. Ταυτόχρονα, ο φιλότεχνος μεγιστάνας Νέλσον Ροκφέλερ παραγγέλνει στον διάσημο μεξικανό επαναστάτη ζωγράφο Ντιέγκο Ριβέρα μια γιγάντια τοιχογραφία για το λόμπι ενός ουρανοξύστη στη Νέα Υόρκη (το Ροκφέλερ Σέντερ), αλλά μόλις ανακαλύπτει ότι ο ζωγράφος κάνει τα δικά του (απεικονίζει τον Λένιν απέναντι στον Αβραάμ Λίνκολν), ακυρώνει την παραγγελία του και διατάζει την καταστροφή του έργου, το ξήλωμά του με σφυριά και καλέμια. Πλάι στα υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα (ο μεγαλοεκδότης Χερστ, μια καλλιτεχνική πράκτορας του Μουσολίνι, ένας γίγαντας της χαλυβουργίας, η Φρίντα Κάλο κ.ά.) περιστρέφονται αρκετά φανταστικά πρόσωπα, όπως μια άστεγη τραγουδίστρια του δρόμου, μια εκκεντρική κόμισσα και προστάτιδα των τεχνών, μια δημόσια υπάλληλος που βλέπει παντού την κόκκινη απειλή κ.ά.

Η Μεγάλη Ύφεση, μετά το κραχ του ’29, στάθηκε ολέθρια για τη θεατρική βιομηχανία καθώς συνδυάστηκε με την επέλαση του Χόλιγουντ. Για παράδειγμα, μόνο στη Νέα Υόρκη το 98% των θεάτρων έβαλε λουκέτο στη σεζόν 1931-32. Οι ορχήστρες που έπαιζαν ζωντανά καταργήθηκαν και δημιουργήθηκε μια τεράστια στρατιά άνεργων και απελπισμένων ηθοποιών, τεχνικών, μουσικών. Σ’ αυτό συνέβαλε και η διάλυση δεκάδων περιοδευόντων θιάσεων εξαιτίας των εξωφρενικών αυξήσεων στις τιμές των εισιτηρίων του σιδηροδρόμου.

Στο πλαίσιο του Νιου Ντιλ, η κυβέρνηση χρηματοδοτεί το FTP, το Ομοσπονδιακό Θεατρικό Πρόγραμμα, για την απορρόφηση του άνεργου καλλιτεχνικού προλεταριάτου και για τη φτηνή ψυχαγωγία του λαού. Να σημειωθεί ότι το θέατρο τότε ήταν ένα λαϊκό θέαμα που συνέβαλε σημαντικά στην κοινωνική συνοχή.

Μια από τις επιχορηγούμενες παραγωγές της εποχής είναι Το λίκνο θα ταρακουνηθεί
(Cradle Will Rock), ένα μπρεχτικού ύφους μιούζικαλ. Όταν η κυβέρνηση απαγορεύει το έργο, τα σωματεία των ηθοποιών και των τεχνικών απειλούν με διαγραφή όποιον πάρει μέρος στην παράσταση. Η απώλεια της ιδιότητας του μέλους ισοδυναμεί με καταδίκη σε αιώνια ανεργία καθώς μόνό επαγγελματίες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στο FTP. Εκατοντάδες εργάτες μαζεύονται έξω από το πολιορκημένο από ενόπλους θέατρο, καλλιτέχνες και τεχνικοί κυριολεκτικά το σκάνε από το παράθυρο και το έργο μεταφέρεται και ανεβάζεται στο δρόμο ή περίπου στο δρόμο σε μια εντυπωσιακά μοντέρνα εκδοχή, χωρίς κοστούμια και σκηνικά, χωρίς καν σκηνή. Κοινό και καλλιτέχνες συναδελφώνονται, τραγουδούν και χορεύουν αγκαλιασμένοι σ’ αυτήν τη μοναδική και πρωτοποριακή από σκηνοθετική άποψη παράσταση.

Εφτά χρόνια πάλεψε ο Ρόμπινς (που γεννήθηκε το 1958) για να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση αυτής της ταινίας. Ενδιάμεσα γύρισε το Θα ζήσω κι έπαιξε σε εμπορικές ταινίες, καθώς, όπως λέει ο ίδιος “όσο και αν αποδοκιμάζεις το Χόλιγουντ υποχρεώνεσαι μερικές φορές να παίξεις με τους κανόνες του ώστε να μην περιθωριοποιηθείς”. Ωστόσο, δεν παύει να δηλώνει πως “ακόμα και κάτω από τις χειρότερες συνθήκες, υπάρχει περιθώριο για μια επανάσταση”.

Οι αντάρτες της τέχνης σήμερα (2)
Η ταινία του Ρόμπινς κλείνει με μια πανοραμική νυχτερινή άποψη της φωταγωγημένης Τάιμς Σκουέαρ στη σημερινή Νέα Υόρκη: ο σκηνοθέτης μάς κλείνει πονηρά το μάτι, σαν να μας λέει ότι όλα αυτά τα συγκλονιστικά δεν συνέβαιναν μόνο την ταραγμένη δεκαετία του ’30 αλλά αφορούν τη δική μας εποχή –την τωρινή και αυτή που έρχεται.

“Τίποτα στην τέχνη δεν είναι ανάρμοστο”, λέει ο Ριβέρα στον Ροκφέλερ, όταν εκείνος του ζητά να ζωγραφίσει κάτι πιο πρόσχαρο και όχι πλήθη ξεσηκωμένων εργατών και το βάκιλλο της σύφιλης πάνω από τους “κακούς” καπιταλιστές. “Υποστηρίζω την τέχνη σου, αλλά όχι και την επανάστασή σου”, εξηγεί ο Ροκφέλερ, λίγο προτού ξηλώσει την τοιχογραφία του διάσημου μουραλίστα.

Τόσο ο πασίγνωστος Ριβέρα όσο και οι ταπεινοί εργάτες της τέχνης που εμφανίζονται στην ταινία φαίνεται να αντιμετωπίζουν το ίδιο δίλημμα: πού χαράζουμε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ανάγκη περιφρούρησης της αξιοπρέπειάς μας και στην ανάγκη της επιβίωσης; Ένα δίλημμα διαχρονικό που σήμερα εκφράζεται με διαφορετικούς όρους, καθώς η έννοια της επιβίωσης προσδιορίζεται ιστορικά και δεν περιορίζέται στο ψωμί και στο κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας.

Η σκιά της οικονομικής κρίσης στις ΗΠΑ σημάδεψε τη δεκαετία του ’30, μια εποχή αξιόλογων επαναστατικών καλλιτεχνικών σκιρτημάτων, που σκόπιμα αποσιωπούνται από την επίσημη ιστοριογραφία. Η δική μας εποχή σημαδεύεται από τη σκιά της κρίσης που έρχεται και των πολέμων που αναπόφευκτα θα ξεσπάσουν. Αν και η έννοια της ζωντανής, σύγχρονης λαϊκής τέχνης είναι ανύπαρκτη, ενώ η επίσημη τέχνη φαίνεται παντοδύναμη, η λογοκρισία και ο έλεγχος της καλλιτεχνικής δημιουργίας ενισχύονται διαρκώς.

Σήμερα η λογοκρισία ασκείται κυρίως έμμεσα· όχι με το παραδοσιακό “ψαλίδι”, αλλά με την οικονομική ασφυξία που επιβάλλεται σε κάθε καλλιτεχνική προσπάθεια που ξεφεύγει από την πεπατημένη και, ταυτόχρονα, με την πολύμορφη εξαγορά των καλλιτεχνών, την κολακεία της μετριότητας. Μια άλλη μορφή έμμεσης λογοκρισίας είναι η χειραγώγηση του λαϊκού γούστου, η συντονισμένη επιβολή γραμμής, π.χ., με την αποθέωση υποπροϊόντων όπως είναι το Fight Club και το συντονισμένο θάψιμο εξαιρετικά αξιόλογων δημιουργιών όπως είναι Οι αντάρτες του Μπροντγουέι, μιας ταινίας που μας διδάσκει ότι η τέχνη είτε θα είναι επαναστατική και ανυπότακτη είετ δεν θα υπάρξει.

(ΠΡΙΝ, 17/9/2000)

0 Responses to "Oι αντάρτες του Μπροντγουέι (1)"

Δημοσίευση σχολίου