Ο ήρωας της νέας ταινίας του Ταραντίνο δεν είναι ούτε Σπάρτακος ούτε μαύρος Ρομπέν των Φυτειών.

Η ιστορία δεν (ξανα)γράφεται μόνο από τους νικητές, αλλά και από την τέχνη του κινηματογράφου. Στη νέα ταινία του Ταραντίνο, οι καταπιεσμένοι αμερικανοί μαύροι του 19ου αιώνα, πριν τον Εμφύλιο, εκδικούνται τους δυνάστες τους, τους γαιοκτήμονες του Νότου, μέσω του Τζάνγκο, ενός δούλου που γίνεται το πιο γρήγορο πιστόλι στη χώρα. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στον Κόμη Μοντεκρίστο, στην ταινία το πιάτο της εκδίκησης τρώγεται ζεστό.
Πρόκειται για ένα χορταστικό «αγορίστικο» ουέστερν, με εξαιρετικές ερμηνείες, υπέροχη μουσική, άφθονη δράση, χιούμορ και έξυπνους διαλόγους. Οσο για την πολυσυζητημένη βία των ταινιών του Ταραντίνο, πράγματι ποτάμια αίματος χύνονται στην οθόνη, ιδίως στο φινάλε. Όμως αυτή η βία είναι τόσο κινηματογραφική, πληθωρική και χορογραφημένη που θυμίζει τον τουρτοπόλεμο στις παλιές κωμωδίες, μόνο που εδώ η κέτσαπ έχει πάρει τη θέση της κρέμας σαντιγί.
Οι επιμελείς ποντικοί της κινηματογραφικής βιβλιοθήκης έχουν ήδη εντοπίσει τις αντιγραφές του Ταραντίνο από τις blackexploitation ταινίες του ’70, ενώ πολύς λόγος έχει γίνει και για τις ιστορικές ανορθογραφίες του Τζάνγκο. Σημασία όμως δεν έχει η σχέση της ταινίας με την ιστορική αλήθεια, αλλά η σχέση της με τις κρυφές και φανερές αλήθειες του σήμερα, με τη δική μας εποχή. O δημιουργός έχει δικαίωμα να προδίδει την ιστορική αλήθεια, να παίξει μαζί της δείχνοντας μια άλλη δυνατότητα (και όχι πραγματικότητα).
Κάτι ανάλογο, εξάλλου, συνέβη και στην ταινία Άδωξοι μπάσταρδη, όπου ο Χίτλερ δολοφονείται επί της οθόνης. Γιατί όχι; Πολλοί έφηβοι έχουν ονειρευτεί το ρολόι της ιστορίας να γυρίζει πίσω και τον εαυτό τους, σε ρόλο Μικρού Ήρωα, να εξοντώνει το μισητό δικτάτορα.
Ο Τζάνγκο είναι μια αντιρατσιστική ταινία. Μόνο που ο αντιρατσισμός σήμερα δεν παίρνει την ίδια μορφή που θα είχε την εποχή κατά την οποία ο αλυσοδεμένος Τζάνγκο βρίσκει τη λευτεριά του και γίνεται βοηθός ενός ευγενούς αποβράσματος, ενός γερμανού κυνηγού επικηρυγμένων που δρα στη βρόμικη πλευρά του νόμου. (Σήμερα οι κυνηγοί κεφαλών, στην Αμερική και αλλού, έχουν πολλαπλασιαστεί αλλά δρουν με πιο χαϊ-τεκ και ύπουλους τρόπους.)
Ωστόσο, το αντιρατσιστικό περιεχόμενο της ταινίας είναι ανώδυνο. Σήμερα οι μαύροι, το 13% του πληθυσμού των ΗΠΑ, αποτελούν περίπου το 50% των φυλακισμένων, ενώ ερευνητές έχουν υποστηρίξει ότι σήμερα οι έγκλειστοι μαύροι σήμερα είναι περισσότεροι από τους μαύρους που ήταν δούλοι το 1850. Η καταπίεση, η εκμετάλλευση έχουν πάρει άλλα χαρακτηριστικά και ο τύραννος δεν έχει διακριτό πρόσωπο, όπως στην ταινία. Ο Τζάνγκο του Ταραντίνο δείχνει το δρόμο της ατομικής εκδίκησης, όχι της συλλογικής απελευθέρωσης. Δεν είναι ούτε Σπάρτακος ούτε μαύρος Ρομπέν των Φυτειών, αλλά ακολουθεί πιστά το χολιγουντιανό στερεότυπο του μοναχικού ήρωα.
Η ταινία έχει μια έξοχη σκηνή: όταν ο κυνηγός κεφαλών (Κρίστοφ Βαλτς) αρνείται να ανταλλάξει χειραψία με τον σούπερ-κακό (Λεονάρντο ντι Κάπριο). Αν δώσει το χέρι του, σώζει το τομάρι του και εξασφαλίζεται η επιτυχία του στόχου του. Όμως δεν το κάνει. Η αποστροφή και η αίσθηση της αξιοπρέπειας τον ωθούν σε μια αποκοτιά που θα την πληρώσει με τη ζωή του: αν και ο συσχετισμός δυνάμεων δεν τον ευνοεί, βγάζει ένα πιστολάκι και πυροβολεί τον ισχυρό. «Δεν μπορούσα να κρατηθώ», εξηγεί χαμογελώντας πριν ξεψυχήσει.
Ο Ταραντίνο είναι περισσότερο μάστορας παρά καλλιτέχνης. Ένας ευφυής μάστορας που αγαπά τη δουλειά του, ανακατεύει με μαεστρία τα υλικά και δεν αφήνει το κοινό του παραπονεμένο.

(ΠΡΙΝ, 3.2.2013)

0 Responses to "Τζάνγκο ο μαύρος εκδικητής"

Δημοσίευση σχολίου