Δύο αξιοπρόσεχτες αστυνομικές σειρές άρχισαν να προβάλλονται σε δύο ελληνικά κανάλια, το αμερικανικό «The Following» (Νοva) και το δανέζικο «Τhe Killing» (Mega). Αξιοπρόσεχτες τόσο για το υψηλό επίπεδο του επαγγελματισμού τους, όσο και για τις διαφορές τους.
Η δανέζικη σειρά θέτει το κλασικό ερώτημα: «ποιος είναι ο δολοφόνος;» που δεν θα λυθεί παρά στο τελευταίο επεισόδιο.  Διπλό είναι το φόντο στο οποίο ξετυλίγεται η ιστορία: από τη μια, η επίσημη και παρασκηνιακή πολιτική σκηνή και, από την άλλη, η οικογένεια, οι προσωπικές και οι κοινωνικές σχέσεις που επιβεβαιώνουν την επίσης κλασική διαπίστωση ότι «κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί».

Τίποτα το εντυπωσιακό δεν συναντάμε αρχικά στο «Killing». Κανένα από τα πρόσωπα δεν έχει χαρακτηριστικά υπερήρωα. Ο κεντρικός χαρακτήρας, η αστυνομικός που εκπροσωπεί τις δυνάμεις του Καλού, δεν είναι ούτε πανέμορφη ούτε επιδεικτικά ευφυής ούτε τρυφερή και αξιαγάπητη, όμως έχει χαρακτήρα, πείσμα και ακεραιότητα, ιδιότητες που αποκαλύπτονται στην πράξη. Βαθμαία, ο τηλεθεατής ανακακαλύπτει πόσες πολλές είναι οι αποχρώσεις του συνηθισμένου, πόσο ενδιαφέρουσα είναι η ανθρώπινη φύση. Η σειρά μάς γοητεύει με τη δύναμη της αφήγησης, την πολυπλοκότητα των χαρακτήρων και όχι με έναν καταιγισμό φαντασμαγορικών φόνων, όπως συμβαίνει στο «Following».

Στην σειρά της Nova, που την παρακολουθούμε σχεδόν ταυτότοχρονα με την προβολή της στην Αμερική, ισχύει το δόγμα ότι ένας φόνος είναι λίγος, πολύ λίγος. Εδώ οι δολοφονίες δεν είναι μόνο άφθονες, αλλά και εξαντρίκ και, επιπλέον, συνδέονται με εύγλωττες αναφορές σε γνωστά ποιήματα του Εντγκαρ Αλαν Πόε. Αρχικά νομίζουμε ότι πρόκειται για άλλη μια σειρά με σίριαλ κίλερ, μόνο που ο κατά συρροήν δολοφόνος δεν είναι ένας αλλά πολλοί. Ο εγκέφαλος, ο σκηνοθέτης των τελετουργικών φόνων αποκαλύπτεται εξαρχής: είναι ένας καθηγητής Φιλολογίας που μέσω των πανεπιστημιακών του παραδόσεων αρχικά και μέσω του Διαδικτύου αργότερα συγκροτεί ένα δίκτυο οπαδών, που πιστεύουν στη λυτρωτική ομορφιά του θανάτου και σκοτώνουν... ποιητική αδεία.

Η δύναμη της τηλεοπτικής αφήγησης έγκειται στο ότι καθιστά πειστικό το φαινομενικά απίθανο. Σ’ αυτό συμβάλλει και το ταλέντο των ηθοποιών, του Κέβιν Μπέικον, που εκπροσωπεί τις δυνάμεις του Καλού και υποδύεται έναν πρώην ντετέκτιβ του FBI, και του Βρετανού Τζέιμς Πιουριφόι, που εκπροσωπεί τις δυνάμεις του ποιητικού σκότους. 

Ενα πτώμα στο «Killing», χορός από πτώματα στο «Following». Άγνωστος ο δολοφόνος στην πρώτη σειρά, γνωστός ο σούπερ-κακός στη δεύτερη, άγνωστο όμως το εύρος της σέχτας των ακολούθων του. Εδώ το Κακό απλώνεται σαν την αμοιβάδα και ο τρόμος δεν έχει τελειωμό. Kανείς δεν ξέρει ποια θα είναι τα επόμενα θύματα και, απ’ αυτή την άποψη, η σειρά αυτή αντανακλά τους φόβους και τις ανασφάλειες στην εποχή της κρίσης.

Ενας εξωτερικός φόβος, ένας φόβος που αφορά τους άλλους είναι ό,τι πεις για να ξεχάσουμε τους υπαρκτούς εσωτερικούς μας φόβους και ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους της εντυπωσιακής απήχησης του «Following» στις ΗΠΑ. Ομως το «Κilling» είναι ανθρωποκεντρικό και όχι φονο-κεντρικό, έχει τη δύναμη ενός καλογραμμένου θεατρικού έργου και όχι ενός αιματηρού καρτούν για ενήλικες. Το σίγουρο είναι ότι και οι δύο σειρές δείχνουν ότι η τηλεοπτική μυθοπλασία έχει πλούσιο καλλιτεχνικό παρόν και μέλλον.

Υ.Γ.: Η κατάληξη - ing, έχει μπει στη ζωή μας. Ας ελπίσουμε ότι σε λίγο δεν θα λέμε «ψηφίζ-ing» ή «λακωνίζ-ing»... ή «δεν αντέχ-ing άλλο».

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, τηλεοπτικό ένθετο, 24-2-13)

0 Responses to " Δολοφόνοι, ντετέκτιβ και ποιητές "

Δημοσίευση σχολίου