Έχει ο καιρός γυρίσματα... Η δήλωση μετανοίας επανέρχεται στο προσκήνιο, αλλά με μια φοβερή αντιστροφή των ρόλων. *


Τις απόψεις του περί λεβεντιάς και σωφροσύνης ανέπτυξε πρόσφατα σε γνωστό χουντικό κανάλι ο Στ. Παττακός. Ο οικοδεσπότης της εκπομπής, Γρ. Μιχαλακόπουλος, φάνηκε να μέμφεται τον απριλιανό πραξικοπηματία επειδή συμβιβάστηκε για να εξασφαλίσει διακοπή ποινής. Αντίθετα, ο παρουσιαστής εκθείασε τον εκλιπόντα Γ. Παπαδόπουλο και τον Ν. Ντερτιλή για την άρνησή τους να υπογράψουν δήλωση μετανοίας ώστε να αποφυλακιστούν με «ανήκεστο».

«Η λογική λέει να είσαι λεβέντης αλλά όχι βλαξ», τον αντέκρουσε ο γέροντας Παττακός, που, όπως εξήγησε, πιστεύει σε μια «τριάδα ομοούσιο και αδιαίρετο», στο τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Την πατρίδα την υπηρέτησε, τη θρησκεία την υπηρετεί, γιατί να προδώσει την οικογένεια παραμένοντας, για ένα πείσμα, στη φυλακή;
  
Ο Μιχαλόπουλος συνέκρινε τον «λεβέντη» Ντερτιλή με τους ανυποχώρητους φυλακισμένους κομουνιστές άλλων εποχών, οι οποίο θα μπορούσαν, με μια υπογραφή, όχι απλώς να κερδίσουν την ελευθερία τους, αλλά και να γλιτώσουν το εκτελεστικό απόσπασμα. Μήπως η ελληνική λεβεντιά δεν γνωρίζει ιδεολoγίες, είναι υπεράνω διαχωριστικών γράμμα και οφείλουμε να την αναγνωρίζουμε οπουδήποτε και αν εκδηλώνεται;

Ποιος να το φανταζόταν ότι, εν έτει 2000, η δήλωση μετανοίας θα επανερχόταν στο προσκήνιο –και με μια τέτοια φοβερή αντιστροφή των ρόλων; Και πώς μπορεί αυτή η παλιά ιστορία να συνδέεται με τις προκλήσεις της τρίτης χιλιετίας, με τα μεγάλα προβλήματα των καιρών; Το δίλημμα της υπογραφής καμία σχέση δεν έχει με την υποτιθέμενη λεβεντιά του Ντερτιλή ή την κουτοπονηριά του Παττακού. Το ζήτημα, όμως, της αξιοπρέπειας, της υπέρβασης των ατομικών μας ορίων στον αγώνα για μαι καλύτερη ζωή τίθεται και σήμερα, αλλά με διαφορετικούς όρους.

Η υποχώρηση μπροστά στην ωμή βία δεν είναι μια στιγμιαία πράξη που συντελείται σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, σε ένα ασφυχτικό ιστορικό σκηνικό. Καθημερινά υπογράφουμε δηλώσεις μετανοίας ή αμετανοησίας, χωρίς μολύβι και χαρτί και καθημερινά τις ανακαλούμε.

Σαν φτάνει η ώρα του απολογισμού, πολλοί ανακαλύπτουμε ότι μας βαραίνουν χιλιάδες μικρές προδοσίες (κι ας μη φέρουν φαρδιά πλατιά την υπογραφή μας), ενώ ταυτόχρονα μας δροσίζουν άλλες τόσες, συχνά σιωπηλές, πράξεις αποκοτιάς.

Η άρνηση 
«υπογραφής«» δεν ήταν και δεν είναι δείγμα της αθάνατης ελληνικής λεβεντιάς, αλλά εκφράζει έναν υψηλό πολιτισμό, που στάθηκε πνοή ζωής για τη μεταπολεμική Ελλάδα κι ας ήταν γεννημένος μες στις στάχτες της ήττας, μέσα σ’ ένα κουβάρι από σφάλματα και αυταπάτες. Έναν πολιτισμό που, μολονότι τον ευαγγελιζόταν κυρίως η αριστερά, δεν ήταν ιδιοκτησία της –ας μην ξεχνάμε τους χιλιάδες ανώνυμους αγωνιστές που αρνήθηκαν να υπογράψουν και ας μην είχαν ιδέα «για Μαρξ και για τραστ».

Σ’  αυτό τον πολιτισμό δεν εγγράφονται μόνο τα βροντώδη «όχι», αλλά και η οδύνη της ταλάντευσης, το βαρύ τίμημα της απομόνωσης, της μοναξιάς, ακόμα και της «συντροφικής» απομόνωσης εκείνων που  λύγισαν χωρίς ωστόσο να μηδίσουν. Κι αυτόν ακριβώς τον πολιτισμό εκχυδαϊζουν σήμερα, όχι μόνο οι λιγοστοί θαυμαστές του Ντερτιλή, αλλά κι εκείνοι που πνίγουν την Ιστορία στη μεταμοντέρνα λήθη, που ενεργούν με τρόπο ώστε «να φανεί πως ίσια λογιούνται η λευτεριά και τα χασίσια».
______________________________
* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή  τον Δεκέμβριο του 2000.

0 Responses to "Περί δηλώσεων μετανοίας "

Δημοσίευση σχολίου