Ή πώς συντρίβονται και μετασχηματίζονται τα ντιζαϊνάτα όνειρα της δεκαετίας του ’90.

Ασφαλώς νιώθουμε ικανοποίηση που, στις σημερινές συνθήκες της ξηρασίας, μια ελληνική ταινία, το Αν , πήγε καλά στις αίθουσες (100.000 εισιτήρια το πρώτο τετραήμερο της προβολής της). Κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος θα αναγνώριζε το ρίσκο που πήρε ο δημιουργός της, θα σεβόταν το πάθος, το πείσμα και την εργατικότητα του. Ο Χρ. Παπακαλιάτης είναι ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος και πρωταγωνιστής αυτής της ταινίας, που εκτυλίσσεται στην Αθήνα της κρίσης, σε καθορισμένο και αναγνωρίσιμο γεωγραφικό και χρονολογικό πλαίσιο.
  Ο Χρ. Π. μάς έδωσε ένα περιποιημένο προϊόν, κατάλληλο για τα ράφια ενός ευρωπαϊκού σούπερ μάρκετ τύπου Lidl και όχι για βαλκανικά παζάρια. Η φωτογραφία, το μοντάζ, η μουσική, ο κινηματογραφικός ρυθμός -όλα είναι προσεγμένα. Το σενάριο έχει συνοχή, αρχή, μέση, τέλος. Σημαντική είναι η συνεισφορά της Μαρίνας Καλογήρου και των πολλών καλών ηθοποιών που πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή, συγκινητικοί η Μάρω Κοντού και ο Γιώργος Κωνσταντίνου (ο Αντωνάκης και η Ελενίτσα 50 χρόνια μετά).
Το Αν έχει ψήγματα χιούμορ, που όμως χάνονται σε έναν ωκεανό σοβαροφάνειας, αρχής γενομένης με το όνομα του σκύλου του κεντρικού ήρωα: «Μοναξιά». Ένας σκύλος που τον λένε Μοναξιά δεν μπορεί να κατοικεί στα Πατήσια: μόνο στην Πλάκα, μόνο κάτω από την Ακρόπολη μπορείς να βγεις στο δρόμο και να κράξεις «Μοναξιά, Μοναξιά!» χωρίς να σε πάρουν με τις λεμονόκουπες. Βέβαια, η ανθρώπινη μοναξιά, ο φόβος και η πραγματικότητα της μοναξιάς, είναι κεντρικό μοτίβο της ταινίας, όπως είναι και η ανάγκη των χαρακτήρων για δημιουργική εργασία και οικονομική ανεξαρτησία.
Θα ήταν άδικο το να δούμε το τηλεοπτικό παρελθόν του Χρ. Π. σαν καλλιτεχνικό βαρίδι. Πολλοί σπουδαίοι δημιουργοί είχαν και τηλεοπτικό και διαφημιστικό παρελθόν. Το βαρίδι δεν είναι η τηλεόραση, αλλά η κληρονομιά του λαϊφστάιλ του ’90. Οι χαρακτήρες της ταινίας ζουν μια πτωχούτσικη αλλά ντιζαϊνάτη ζωή σε μια ντιζαϊνάτη πόλη, συχνάζουν σε ντιζαϊνάτα μπαρ και καφέ της Πλάκας, ενώ ο κεντρικός ήρωας κατοικεί σε μια μικρή νεοκλασική μονοκατοικία, καλαίσθητη αλλά όχι επιδεικτική. Ντιζαϊνάτοι έρωτες, διαψεύσεις και απιστίες, ντιζαϊνάτα συναισθήματα πιασμένα στη μέγγενη της κρίσης. Ο Χρ. Π. μοιάζει αιχμάλωτος του κόσμου που τον έπλασε, τον αποθέωσε, αλλά και τον καθήλωσε. Δεν ήταν ο κόσμος της νυχτερινής πίστας και της χασαποταβέρνας, αλλά ο κόσμος της καταναλωτικής ευαισθησίας, της καλόγουστης «καλής ζωής» με ευρωπαϊκό προσανατολισμό.
Λίγο μετά την πρεμιέρα της ταινίας, έσκασε η είδηση για τη σύλληψη του μεγαλοκατασκευαστή Μπάμπη Βωβού για oφειλές στο ΙΚΑ και στο Δημόσιο. Σύμπτωση σημαδιακή. Το τέλος εποχής είναι εδώ, όπως εδώ είναι και το τέλος του Τζίμη των βορείων προαστίων, τον οποίο υποδυόταν ο Χρ. Π. στους Δέκα Μικρούς Μήτσους του Λάκη Λαζόπουλου. Ο Χρ. Π. ξέρει -και το δείχνει- ότι η εποχή έχει αλλάξει, όμως η κληρονομιά της παλιάς εποχής είναι βαριά και ασήκωτη.
Το νεοπαραδοσιακό παίρνει τη θέση του καταναλωτικού design. Οικογενειακές αντίκες αντί γι’ ακριβά ιταλικά έπιπλα. O σκύλος, το ερωτικό ταίρι , το παιδί: αγκωνάρια να πιαστούμε. Η παρέα και οι φίλοι απόντες. Το ίδιο και η ξεγνοιασιά. Όμως η ταινία αρέσει σε πολλούς, όχι μόνο γιατί διαφημίστηκε, όχι μόνο γιατί ο Χρ. Π. είναι τηλεοπτική φίρμα, αλλά επειδή, έστω και με το νεοπαραδοσιακό, ντιζαϊνάτο της περιτύλιγμα, δείχνει το τέλος του τεχνητού αλλά υπαρκτού μεσοαστικού ονείρου της εποχής της «δυνατής Ελλάδας». Μπορεί να το δείχνει με ναρκισσισμό, απλοϊκότητα και στερεότυπα, αλλά χωρίς κυνισμό και κωλοπαιδισμό. Κάτι είναι κι αυτό. 
(Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 9-12-2012)

0 Responses to "«Αν»: το λαϊφστάιλ στην εποχή της κρίσης"

Δημοσίευση σχολίου