Για
πρώτη φορά μετά την περιπέτεια της υγείας της, η Μαριέττα Γιαννάκου μίλησε
δημόσια, στο κεντρικό δελτίο της ΝΕΤ, στη Μαρία Χούκλη.
Δεν
είναι εύκολο να παίρνει κανείς συνέντευξη από έναν άνθρωπο που πάλεψε τόσες
εβδομάδες με τον θάνατο, που κέρδισε τη ζωή αλλά πληρώνοντας βαρύ τίμημα,
δηλαδή την αρτιμέλειά του. Και όταν αυτός ο κάποιος είναι γυναίκα, οι
δυσκολίες είναι ακόμη περισσότερες καθώς ζούμε σε μια εποχή που αποθεώνει το
φαίνεσθαι, το «λουκ», όχι μόνο στον κόσμο του θεάματος αλλά και στον κόσμο
της πολιτικής.
Η
δημοσιογράφος δεν προσέγγισε το θέμα της με ψυχρό επαγγελματισμό, αλλά με
απλότητα και ευγένεια. Δεν μιλούσε από την «απέναντι όχθη» αλλά από την ίδια
«όχθη», εκείνη στην οποία ο καθένας από εμάς κάποτε βρέθηκε ή μπορεί να
βρεθεί. Απέναντί της είχε μια γυναίκα αδυνατισμένη, καταπονημένη, με ίσια
μαλλιά, που δεν είχαν τίποτα από τη συνήθη ακαμψία του κομμωτηρίου - αλλά και
με ίσιο βλέμμα. Μια γυναίκα «τσαλακωμένη», όμως αυτό το τσαλάκωμα δεν
φανέρωνε εκμηδένιση και παραίτηση, αλλά ελπίδα και γλυκύτητα. Και στο φόντο
λουλούδια, πολλά λουλούδια, προφανώς σταλμένα από ανθρώπους που την αγαπούν.
Η
τεχνολογία έχει προχωρήσει, υπάρχουν τεχνητά μέλη που σου επιτρέπουν να
κάνεις τα πάντα, δήλωσε εξαρχής η κυρία Γιαννάκου, μη αφήνοντας περιθώρια για
οίκτο ή για «ειδική μεταχείριση».
Τρία
ήταν τα κύρια σημεία της συνέντευξης. Πρώτο, η ανθρώπινη διάσταση. Η κυρία
Γιαννάκου θέλησε να εκφράσει δημόσια «την αγάπη και την ευγνωμοσύνη της» για
τους ανθρώπους που τη στήριξαν, συγγενείς, φίλους και γνωστούς, αλλά και
χιλιάδες αγνώστους απ’ όλο το πολιτικό φάσμα. Δεύτερο, το μήνυμα ότι η ίδια
παραμένει στις επάλξεις της πολιτικής. Τρίτο, η υπεράσπιση του έργου της στο
υπουργείο Παιδείας.
Δεν
είναι εύκολο, σε τέτοιες περιπτώσεις, να αποφύγει κανείς είτε τις
μελοδραματικές κορόνες είτε την κολακεία, την αγιοποίηση του προσώπου που
δίνει τη συνέντευξη. Κάποιες στιγμές και οι δύο κυρίες φαίνονταν έτοιμες να
βουρκώσουν, ενώ η φωνή της τέως υπουργού είχε ένα σιγανό κόμπο, ιδίως όταν η
συζήτηση στράφηκε στη «μοναξιά της εντατικής». Ομως η συναισθηματική φόρτιση
δεν ήταν αυτοσκοπός. Εξαρχής η κυρία Γιαννάκου, με το πρώτο κάταγμα, δεν είχε
αυταπάτες για την πορεία της ασθένειάς της και είχε δώσει το πράσινο φως
στους γιατρούς της να προχωρήσουν στον ακρωτηριασμό. «Επρεπε να παλέψω για να
ζήσω», είπε, «να ζήσω για να μεγαλώσω σωστά το παιδί μου».
Δημοσιογραφική
επιτυχία; Πάνω απ’ όλα «επιτυχία» (πόσο σκληρά εμπορική είναι αυτή η λέξη!) ή
μάλλον νίκη της επιστήμης, αλλά και της θέλησης, της μαχητικότητας και της
αξιοπρέπειας μιας γυναίκας που έδειξε πόσο ανεκτίμητο δώρο είναι η ζωή και οι
άνθρωποι που αγαπάμε, αλλά και πόσο ανεκτίμητη είναι η συμπαράσταση των άλλων
στις δύσκολες στιγμές.
Ενα
τραγούδι του Τσιτσάνη, με στίχους γραμμένους από τον Κώστα Βίρβο, έρχεται
στον νου μου: «εγώ δεν ζω γονατιστός, είμαι της Γερακίνας γιος». Υπάρχουν
πολλοί τρόποι να ζουν γονατιστοί οι άνθρωποι - ακόμα και όταν δεν έχουν χάσει
ούτε έναν πόντο από το μήκος των ποδιών τους.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
“Εικονογράφημα”, 23-4-08)
|
0 Responses to "Συγκίνηση ναι, οίκτος όχι (23-4-08)"
Δημοσίευση σχολίου