Ο Κύπριος φοιτητής Αυγουστίνος Δημητρίου: να τι παθαίνει όποιος πέφτει πάνω σε μια ζαρτινιέρα.

Mεγάλη έκταση έδωσαν πολλά κανάλια στην υπόθεση της κακοποιήσης ενός φοιτητή από μια ομάδα αστυνομικών στη Θεσσαλική. Αν δεν είχε προβληθεί το σχετικό βίντεο και αν οι αυτόπτες μάρτυρες μιας από τις φάσεις του επεισοδίου δεν ήταν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, η υπόθεση ίσως να μην έβγαινε στο φως –και ως προς αυτό η συμβολή των καναλιών ήταν θετική. Όμως το κύριο ερώτημα είναι αν οι πρόσφατες συζητήσεις ευαισθητοποιούν την κοινωνία προς μια κατεύθυνση που δεν αναπαράγει στερεότυπα του τύπου «κλέφτες και αστυνόμοι», αλλά ενισχύει τη Δημοκρατία.

Το τηλεοπτικό πρόσωπο των ημερών δεν είναι ο Κύπριος φοιτητής που κακοποιήθηκε, αλλά ο συνδικαλιστής αξιωματικός Στ. Μπαλάσκας, ο «απόλυτος τηλεοπτικός καλεσμένος». Ακόμα και όταν οι παρουσιαστές, οι σχολιαστές και όλοι οι άλλοι φιλοξενούμενοι των παραθύρων αμφισβητούν τους ισχυρισμούς του, εκείνος επιμένει. Δίχως ίχνος τρακ χαμογελά, ειρωνεύεται τους συνομιλητές του και επιμένει στις απόψεις του με μια μονολιθικότητα που θα τον καθιστούσε άριστο εκπρόσωπο Τύπου πολλών αυταρχικών καθεστώτων. Η χειμαρρώδης αγένειά του άφησε άναυδους τους πάντες και πολλοί παρουσιαστές επισήμαναν ότι η στάση του ζημιώνει τη δημόσια εικόνα της αστυνομίας.

Το θέμα δεν είναι η τηλεοπτική συμπεριφορά του κ. Μπαλάσκα, αλλά το ποια πολιτική τη γεννά και την ενθαρρύνει. Το ερώτημα είναι αν πληθαίνουν ή αραιώνουν τα δείγματα αστυνομικής βίας, καθώς και το αν υπάρχουν και ασκούνται πολιτικές που πολλαπλασιάζουν ή περιορίζουν αυτά τα δείγματα.

Μια ενδιαφέρουσα διάσταση των πρόσφατων τηλε-συζητήσεων για το επεισόδιο στη Θεσσαλονίκη είναι η γλώσσα που χρησιμοποιείται για την περιγραφή του. Για «μία και μοναδική» κλωτσιά στο πλαίσιο μιας «απλής σύλληψης», μιλάει ένας αστυνομικός. Αλλος μιλάει για «ποδαριά». «Ένας τον λακτίζει και ο συλληφθείς δυστροπεί», σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή. Όπου να ‘ναι θ’ ακουστεί και ο όρος «ζαρντινεριά»!

Οι αστυνομικοί με πολιτικά, που πραγματοποίησαν τη σύλληψη, φορούσαν κουκούλες, παρατηρεί ένας παρουσιαστής. «Δεν ήταν κουκούλες, ήταν σκούφοι, δεν μπορείτε να μας αποκαλείτε κουκουλοφόρους», διαμαρτύρεται κάποιος. Ήταν «σκουφάκια», εξηγεί ένας άλλος, καθώς το υποκοριστικό αυτό δημιουργεί συνειρμούς με τα Στρουμφάκια και την αθωότητά τους.

«Είδαμε καθαρά την παλαιστινιακή μαντίλα με την οποία κάποιοι αστυνομικοί έκρυβαν τα πρόσωπά τους», παρατηρεί ένας δημοσιογράφος. «Τι θέλετε να φορούσαν σε μια τέτοια επιχείρηση; Γραβάτα και κουστούμι;» είναι η αποστομωτική απάντηση.

Τα πράγματα αλλάζουν. Πριν από ένα χρόνο, θα ήταν αδιανόητη η ιδέα ότι αστυνομικοί θα έκαναν κατάληψη στα γραφεία του κυβερνώντος κόμματος. Ότι αστυνομικοί θα φορούσαν σκουφάκια και παλαιστινιακές μαντίλες. Ότι θα επέκριναν δριμύτατα τα κανάλια με το επιχείρημα ότι αυτά ενδιαφέρονται μόνο για τα νούμερα τηλεθέασης. Ότι αστυνομικοί θα αμφισβητούσαν το «πανεπιστημιακό κατεστημένο». Οι «κουλτουριάρηδες ψευτο-προοδευτικοί» (σύμφωνα με μια έκφραση που ακούστηκε σε πρωινή ενημερωτική εκπομπή) νιώθουν πως τους παίρνουν την μπουκιά από το στόμα και σε λίγο δεν θα έχουν πού να γείρουν, πού να σταθούν!

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, «Εικονογράφημα», 22/11/2006)

0 Responses to "Για μια «ποδαριά»;"

Δημοσίευση σχολίου