Ζούμε σε έναν ξανθό, κατάξανθο τηλεοπτικό κόσμο


Σχεδόν όλες οι πρωταγωνίστριες στα σίριαλ είναι ξανθές, παρατηρούσε με κέφι ο Αντώνης Καρκαγιάννης, σε μια επιφυλλίδα του τον Φεβρουάριο, κι έχει δίκιο. Π.χ., στην κωμική σειρά «Η ώρα η καλή», οι τρεις γυναίκες που διεκδικούν την καρδιά του μελαχρινού πρωταγωνιστή (Πάνος Μιχαλόπουλος) είναι ξανθές: η πρώην σύζυγός του και οι δύο κατάξανθες αδελφές, που έχουν μια κατάξανθη και αγέραστη μαμά (Ρίκα Διαλυνά) και μια μελαχρινή υπηρέτρια, όπως οι ξανθές κόρες του αμερικανικού Νότου είχαν μια μαύρη σκλάβα για να τους δένει τον κορσέ. Μια μελαχρινή χήρα, ολίγον femme fatal, μπαίνει αλλά δεν στεριώνει στη ζωή του μελαχρινού.

Την ξανθή καθηγήτριά του των Μαθηματικών ερωτεύεται ο 17χρονος μελαχρινός μαθητής στα «Κρυφά μονοπάτια»· κατάξανθη είναι η βαθύπλουτη Ντάλια στο «Παρά πέντε» και μελαχρινή η φτωχή Ζουμπούλια· αμετανόητη ξανθιά και εύθραυστη η πρωταγωνίστρια της «Επαφής» (Άννα Αδριανού)· μοιρασμένες οι ξανθές και μελαχρινές ηρωίδες στο «Βέρα στο δεξί». Δύο ξανθά κρητικόπουλα (Κώστας Σόμμερ και Φαίη Ζαφειράκου) είναι το ζεύγος των «καταραμένων» εραστών στο «Της αγάπης μαχαιριά». Ασφαλώς, υπάρχουν και οι σκοτεινές εξαιρέσεις, όπως η μελαχρινή Τάνια Τρύπη στον «Τελευταίο παράδεισο» ή η Κατίνα (Μαρία Τσομπανάκη) στις «Μάγισσες της Σμύρνης» ή η γλωσσού καμαριέρα (Βασιλική Ανδρίτσου) στο «Κόκκινο δωμάτιο».

Ζούμε λοιπόν σε έναν ξανθό κόσμο, αν και οι ξανθοί κύριοι είναι λίγοι, αφού οι ξανθές κυρίες συστηματικά γεννούν μελαχρινούς γιους. Όπως ισχυρίζονται πολλοί ειδικοί, στα φετινά  καλλιστεία οι μελαχρινές πήραν την εκδίκησή τους, ενώ στο πρόσωπο της ωραίας Τζούλιας, που, αν και το άξιζε, δεν κέρδισε τον τίτλο της «Σταρ Ελλάς», αδικήθηκε η ίδια η έννοια του ξανθού.

Ξανθές είναι οι περισσότερες παρουσιάστριες, αν και δεν λείπουν τα «γερά» μελαχρινά χαρτιά, όπως η Μαρία Χούκλη. Τσιγγάνες μαυρομάτες επιδεικνύουν την ξανθιά ομορφιά τους στις «Αϋπνίες» της κατάξανθης Αννίτας Πάνια. Αρκετές παρουσιάστριες δοκιμάζουν κατά καιρούς την τύχη τους στο σκληροπυρηνικό μαύρο, το κόκκινο ή το καστανό, αλλά τελικά οι περισσότερες επιστρέφουν στη σίγουρη ξανθή συνταγή.

Τριάντα και πλέον χρόνια έχουν περάσει από τότε που εγκαταλείφθηκε ο Κανόνας του Χρυσού στις  νομισματικές ισοτιμίες. Στη σύγχρονη Ελλάδα, η σαρωτική επικράτηση του Κανόνα του Ξανθού δεν οφείλεται μόνο στην πρόοδο που έχει σημειωθεί στην κοσμετολογία, αλλά και στην επιθυμία μας να δούμε τον εαυτό μας –και τον κόσμο μέσα από τον εαυτό μας- πιο φωτεινό. Όταν όλα γύρω μας και μέσα μας φαίνονται μαύρα, ποιος ο λόγος να επεκτείνεται η μαυρίλα και στην κόμη μας;

Aς αφήσουμε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, ας αφήσουμε όλες τις ξανθές να ζήσουν. Τόσα χρόνια στερήσεων και ξεριζωμών, τόσος πόνος έχει σκιάσει αυτό τον τόπο, τόση ανασφάλεια μας περικυκλώνει, ας ξορκίσουμε το φόβο με ανταύγειες χρυσαφένιες και πυρρόξανθες, πλατινένιες και κοκκινωπές, στα χρώματα των περήφανων αλόγων της Αραβίας ή του σκανδιναβικού Βορρά, γιατί η ζωή είναι μικρή και δύσκολη. Ακόμα και όταν δεν βλέπουμε πουθενά φως, τουλάχιστον ας αποκτήσουν φωτεινές αποχρώσεις τα μαλλιά μας.

Καλό Πάσχα, λοιπόν, στους ξανθούς, μελαχρινούς και χρωματικά αναποφάσιστους αναγνώστες και αναγνώστριές μας.

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ένθετο “tv”, 23/4/2006)

0 Responses to "Ο Κανόνας του Ξανθού"

Δημοσίευση σχολίου