Περί
του έξυπνου δανεισμού
Ένας
μπαμπάς-μοντέλο αλλάζει πάνες στο μωρό του. Στο πλάι της οθόνης διαβάζουμε:
“πάνες 9 ευρώ”. Επόμενη εικόνα: το μωράκι ντυμένο και το γραπτό μήνυμα:
“ρουχαλάκια 70 ευρώ”. Ο μπαμπάς κατεβάζει το αμαξάκι με το μωρό στα σκαλιά της
πολυκατοικίας, μια φωνή εκθειάζει τα πλεονεκτήματα του προϊόντος και ξανά
αναγράφεται η τιμή του καροτσιού: “180 ευρώ”. Ευτυχισμένος ο μπαμπάς τσουλάει
το καρότσι στο πεζοδρόμιο. Φωνή off: “Μερικά πράγματα είναι ανεκτίμητα… για τα
άλλα φροντίζει η πιστωτική κάρτα Master Τάδε”.
Η μαμά
απούσα. Ίσως εργάζεται και ο μπαμπάς είναι άνεργος. Ίσως λείπει ταξίδι για
δουλειές, π.χ., στο χωριό για να μαζέψει τις ελιές. Ίσως το ζευγάρι είναι
χωρισμένο. Πάντως, η επιλογή του μοναχικού πατέρα είναι εύστοχη, καθώς στις
μέρες μας πολλαπλασιάζονται οι μονογονεϊκές οικογένειες. Όμως στις μέρες μας
ευτυχισμένα μωρά είναι τα στεγνά μωρά… και οι πάνες στοιχίζουν, όπως σοφά
επισημαίνει και η διαφήμιση. Στοιχίζουν και τα ρουχαλάκια, αφού δεν υπάρχουν
μαμάδες που να υφαίνουν στον αργαλειό, στοιχίζει και το καροτσάκι με το φρένο.
Έτσι, η λύση είναι είτε η πιστωτική κάρτα είτε το… κατουρλοδάνειο, που έρχεται
να συμπληρώσει το εορτοδάνειο και το διακοποδάνειο. Και όταν το παιδάκι
μεγαλώσει, έρχονται τα φροντιστηριο-δάνεια, τα φοιτητο-δάνεια, τα στεγαστικά
και τα αυτοκινητο-δάνεια… άντε κι ένα στερνό δάνειο για την αγορά ή την
ενοικίαση της τελευταίας κατοικίας.
Κέφι
και αυτοσαρκασμό διαθέτει η διαφήμιση με τα αιγοπρόβατα και τους συμβούλους
επιχειρήσεων μιας μεγάλης τράπεζας. Ο γιαπίζων σύμβουλος, με γραβάτα, κοστούμι
και χαρτοφύλακα, ακούει το παράπονο του κτηνοτρόφου: “Θέλω να μεγαλώσω την
επιχείρησή μου, αλλά το κριάρι δεν βοηθάει καθόλου…”
Ο
σύμβουλος παίρνει το κριάρι και οι δυο τους εξαφανίζονται στο εσωτερικό του
στάβλου, ενός όμορφου λιθόκτιστου κτιρίου που θα μπορούσε θαυμάσια να ήταν
ξενώνας, bar restaurant ή “πολυχώρος τέχνης”. Ο τηλεθεατής και ο κτηνοτρόφος
περιμένουν απέξω. Από την ανοιχτή πόρτα εξακοντίζονται νιφάδες μαλλιού. Ο
σύμβουλος βγαίνει κρατώντας στην αγκαλιά του έναν τραγο-λουλού, κουρεμένο σαν
σκυλάκι σαλονιού και με έναν κόκκινο φιόγκο στο λαιμό. “Πω, πω, τι έφτιαξε ο
άνθρωπος!” λέει έκθαμβος ο τσοπάνος, ενώ το βουτυροτραγί χαμογελάει (εδώ έβαλε
το χεράκι της η ψηφιακή τεχνολογία) και τα δόντια του αστράφτουν πάλλευκα όπως
των αστεριών του Χόλιγουντ.
Μια
διαφήμιση του χωριού και μια της πόλης. Και στις δύο η επιβίωση, η ευτυχία, η
επέκταση δεν εξασφαλίζονται μόνο με την τίμια εργασία, αλλά προϋποθέτουν τον
έξυπνο δανεισμό. Κάποτε έλεγαν “όποιος δεν πάντρεψε κόρη ή δεν έχτισε σπίτι,
δεν έχει καταλάβει τι θα πει ζωή”. Τώρα το μήνυμα γίνεται ότι όποιος δεν
δανείζεται, όποιος δεν χρωστά δεν μπορεί να κάνει ούτε ένα βήμα στη ζωή, δεν
μπορεί ούτε καν να μπουσουλήσει.
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
“Εικονογράφημα”)
0 Responses to "Το μωρό, το τραγί και η διαφήμιση (12-12-03)"
Δημοσίευση σχολίου