7:42 π.μ.
Στην 30ή επέτειο του
Πολυτεχνείου
Η αντίσταση κατά της χούντας
και το κορυφαίο γεγονός του Πολυτεχνείου είχαν πολιτιστικά χαρακτηριστικά,
συχνά ορατά διά γυμνού οφθαλμού. Ωστόσο, παρά τη βαθιά επίδραση που άσκησε ο
αντιδικτατορικός αγώνας στην κουλτούρα της καθημερινής ζωής, παρότι μπορούμε να
μιλήσουμε για ένα νέο ήθος που εκφράστηκε και στα πρώτα θυελλώδη χρόνια της
μεταπολίτευσης, τελικά δεν αναπτύχθηκε (αν και πάλεψε για να γεννηθεί) ένα
καλλιτεχνικό ρεύμα, διακριτό και ανθεκτικό στο χρόνο, ανάλογο με τη ραγδαία
άνοδο του πολιτικού θερμόμετρου εκείνων των χρόνων. Λέμε ανάλογο και όχι
ισοδύναμο, αφού αναφερόμαστε σε πράγματα όχι άσχετα το ένα με το άλλο, αλλά
διαφορετικά.
Οι πολιτιστικές
συντεταγμένες της αντιδικτατορικής περιόδου ήταν σαφείς. Από τη μια το χουντικό
κιτς, το βλαχοπόπ, η πατριδοκαπηλεία, η ασπρόμαυρη τηλεόραση, οι ελληνικές
συμμετοχές στη Γιουροβίζιον (που δεν ήταν κραυγαλέα χειρότερες από τις
σημερινές), με λίγα λόγια ένας πολιτισμός που θύμιζε τανκς, πλαστικό και
ναφθαλίνη. Από την άλλη, η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, η ποίηση του Σεφέρη και
του Ρίτσου, τα αντάρτικα τραγούδια, το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» και ολίγον τραγούδια της
κλεφτουριάς, αλλά και το γοητευτικά πολύχρωμο, το Γούντστοκ, οι Φράουλες και
αίμα, ο Τζίμι
Χέντριξ, η ροκ. Προβολές ταινιών του Γκοντάρ και του Αϊζενστάιν στην Αλκυονίδα
και την Ίριδα, ο τηλεοπτικός Άγνωστος πόλεμος και οι ταινίες του Τζέιμς Πάρις απο
την άλλη. Τι θα διάλεγε ένας νέος με στοιχειώδη ευαισθησία, εντιμότητα και
περιέργεια, αν μπορούσε να διαλέξει;
Όμως αυτοί που μπορούσαν να
διαλέξουν, που είχαν το περιθώριο επιλογής και ένταξης (δεν εννοώ οργανωτικής),
ήταν κυρίως, για να μην πούμε αποκλειστικά, οι φοιτητές. Από το 1971 είχαν τις
ευκαιρίες να ακούσουν, να μάθουν, να συζητήσουν, να συγκρίνουν. Ευκαιρίες και
δυνατότητες που, κακά τα ψέματα, δεν τις είχε ο μέσος Έλληνας εργαζόμενος που
έπαιρνε αντιδικτατορικές «τζούρες»
είτε διαβάζοντας τα Νέα και το Βήμα, είτε ακούγοντας με σφαλισμένα πορτοπαράθυρα Ντόιτσε Βέλε και Φωνή της
Αλήθειας, είτε λέγοντας, με φωνή χαμηλωμένη, ένα ανέκδοτο για τον Παττακό και
τους ομοίους του.
Ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή στον «τυχερό», τον
προνομιακό κύκλο των φοιτητών και στην «άκαπνη» φοβισμένη κοινωνία (όπως με
υπεροψία τη χαρακτήρισαν αργότερα), όλοι έτρωγαν από τα έτοιμα, από την
προδικτατορική πολιτιστική παράδοση ή από τα εισαγόμενα προοδευτικά
καλλιτεχνικά (κυρίως μουσικά) ρεύματα του εξωτερικού. Ασφαλώς, σε συνθήκες
ανελευθερίας, λογοκρισίας και αστυνομοκρατίας, δεν ήταν εύκολο να δημιουργηθεί
ένα αυτοτελές και ευδιάκριτο καλλιτεχνικό ρεύμα που να έρχεται σε αντίθεση, όχι
μόνο με τη δικτατορία, αλλά και με τα αίτια που τη γέννησαν. Υπήρχαν όμως
νησίδες αντίστασης, θαρραλέες και ευαίσθητες φωνές, στη λογοτεχνία, τη μουσική,
το θέατρο, τον κινηματογράφο. Σε αυτές τις νησίδες, σε αυτά τα ψήγματα που
υπόσχονταν το «άλλο», οι φοιτητικοί και οι μετα-φοιτητικοί κύκλοι γαντζώνονταν
με λαχτάρα, με ευγνωμοσύνη... μερικές φορές και με αυταρέσκεια.
Ήταν εύκολο να διαφοροποιηθεί κανείς εκείνα τα χρόνια, με
ένα τζιν, ένα αμπέχωνο, λίγα μακριά μαλλιά και ένα βιβλίο της Τζόαν Ρόμπινσον
υπό μάλης. Με τα τραγούδια του Μίκη, με τις τέσσερις-πέντε ταβέρνες που ήταν
πασίγνωστα φοιτητικά στέκια, με την αρχαγγελική μορφή του Νίκου Ξυλούρη.
Εύκολο, αν και όχι ανέξοδο, αφού οι συλλήψεις, οι κλήσεις στην Ασφάλεια, το
φακέλωμα ήταν στην ημερήσια διάταξη.
Οι αντιδικτατορικές οργανώσεις έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σ’
αυτή τη διαφοροποίηση. Χωρίς οργάνωση, δεν θα είχαν γεννηθεί οι τοπικοί
φοιτητικοί σύλλογοι (Κρητών, Ηπειρωτών, Πατρινών, Ηλείων, Δωδεκανησίων κ.λπ.),
που ήταν φυτώρια αγώνα, αλλά και πολιτιστικών διεργασιών και αναζητήσεων.
Εκατοντάδες νέοι, και όχι μόνο από την επαρχία, έμαθαν εκεί για τον Δημήτρη
Γληνό αλλά και τον Μπρεχτ, πήραν τα πρώτα μαθήματα πολιτικής σκέψης. Μόνο που
παράλληλα με τις ηρωικές προσπάθειες των αριστερών οργανώσεων, ο περιβόητος
«παλιός πολιτικός κόσμος», εκείνο το τμήμα της αστικής τάξης που προοριζόταν
για την αλλαγή φρουράς, προσπαθούσε και αυτό να επιβάλει πολιτιστικά πρότυπα
και αξίες. Και η «ιερότητα του σκοπού», δηλαδή η ανατροπή της χούντας, αλλά και
η ιδεολογική, πολιτική ανωριμότητα του αριστερού αντιδικτατορικού κινήματος δεν
ευνοούσαν, αν όχι την αντιπαράθεση, τουλάχιστον την κριτική αντιμετώπιση της
«αρχαίας σκουριάς».
Χωρίς διαχωριστικές γραμμές, χωρίς ρήξη με το παρελθόν, δεν
μπορεί να υπάρξει αν όχι επαναστατική, τουλάχιστον μοντέρνα, πρωτοπόρα τέχνη.
Και ο πολιτισμός του αντιδικτατορικού αγώνα, όπως και της μεταπολίτευσης, ήταν
ένα υβρίδιο, μια διασταύρωση ανάμεσα στη συντήρηση, την επιφανειακή
προοδευτικότητα, το μιμητισμό, το φορμαλισμό αλλά και την εξέγερση.
Η στάση της επίσημης Αριστεράς απέναντι στον πολιτισμό είναι
ένα μεγάλο κεφάλαιο, που κάποτε πρέπει να μελετηθεί με κριτικό ιστορικό βλέμμα,
χωρίς σνομπισμό και ισοπεδωτική διάθεση –τα δύο βολικά άλλοθι της οκνηρίας.
(ΠΡΙΝ, 16/11/2003)
0 Responses to "Υβρίδιο του πολιτισμού της αντίστασης"
Δημοσίευση σχολίου