2:55 μ.μ.
Κάποτε οι Αβορίγινες της Αυστραλίας προσανατολίζονταν στο χώρο ακολουθώντας τα
μονοπάτια των μύθων τους, τα μονοπάτια του ονειρόχρονου. Ένας αμερικανός
δημοσιογράφος, ο Γουόλτερ Κερν, λέει ότι κάποτε προσανατολιζόταν στην πατρίδα
του ακούγοντας ραδιόφωνο και ακολουθώντας τα μονοπάτια των φωνών και των
τραγουδιών:
«Μια
φορά το χρόνο έκανα ένα μεγάλο καλοκαιρινό ταξίδι με αυτοκίνητο. Χωρίς
πρόγραμμα, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, απλώς για να γνωρίσω καινούργιους
τόπους. Αν και πάντα είχα μαζί μου χάρτη, σπάνια τον χρησιμοποιούσα. Οδηγός μου
ήταν το ραδιόφωνο.
«Η
προφορά, τα τραγούδια, οι ειδήσεις με καθοδηγούσαν. Το δελτίο τιμών των
βοοειδών, μέρα μεσημέρι, σήμαινε ότι βρισκόμουν στο Γουάιομινγκ ή στη
Νεμπράσκα. Ένα μελωδικό κήρυγμα ανήγγειλε την Αλαμπάμα. Η πόλκα φανέρωνε βόρεια
Ντακότα. Ένας καταιγισμός από Led Zeppelin, Black Sabbath και Jethro Tull και
φτάσαμε στη Μινεάπολις. Και οι φωνές που παρουσίαζαν εκείνα τα τραγούδια
έδειχναν ότι εκείνοι οι άνθρωποι άκουγαν τα ίδια τραγούδια και στο σπίτι τους.
Ήταν ντόπιοι, με τοπικά γούστα.
«Ξαφνικά
πέρυσι το καλοκαίρι», συνεχίζει ο Κερν, «καθώς έτρεχα σε έναν αυτοκινητόδρομο
ανάμεσα στη Μοντάνα και το Ουισκόνσιν, κάτι απροσδιόριστο συνέβη. Έχασα το
δρόμο και το ραδιόφωνο δεν με βοηθούσε να τον βρω. Γύριζα το κουμπί, αλλά η
μουσική, και οι φωνές ηχούσαν παντού το ίδιο, στεγνές και ξεκομμένες από τη
γεωγραφία. Παντού άκουγα τα ίδια ποπ σουξέ, τα ίδια άνοστα ανέκδοτα κονσέρβα...
Τελικά κατάλαβα τι έφταιγε. Μια εταιρεία, η Clear Channel Communications, που
έχει αγοράσει εκατοντάδες μικρούς τοπικούς ραδιοσταθμούς, έχει ρουφήξει την
ψυχή της Αμερικής.
«Αρκετοί
από αυτούς τους σταθμούς δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα –τουλάχιστον με την
παλιά έννοια. Είναι αυτοματοποιημένες εγκαταστάσεις που <φορτώνουν> το
πρόγραμμά τους μέσω δορυφόρων που συνδέονται με ένα κεντρικό στούντιο, στο
οποίο εκφωνητές που δεν έχουν ποτέ πατήσει το πόδι τους στο Τάκσον, το Λιτλ Ροκ
ή τη Βοστώνη, ακούγονται σε χιλιάδες μικρές πόλεις των ΗΠΑ και απευθύνονται
στους κατοίκους τους προσωπικά, σαν να ήταν συμπολίτες τους. Όμως δεν είναι.
Δεν ξέρουν ούτε καν τι καιρό κάνει σ’ εκείνα τα μέρη».
Το
Clear Channel δεν έχει ακόμα γίνει μονοπώλιο, εξηγεί ο Κερν. Όμως τίποτα δεν το
εμποδίζει να γίνει. Στη δεκαετία του ’90, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών
(FCC) διεύρυνε τα όρια ιδιοκτησίας στο ραδιόφωνο, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν
φαινόμενα γιγαντισμού. Σήμερα το Clear Channel κατέχει 1.250 ραδιοσταθμούς, που
αντιπροσωπεύουν πάνω από το 10% του συνόλου. «Αν όμως λάβουμε υπόψη ότι η
εταιρεία αυτή ιδρύθηκε μόλις το 1996, αντιλαμβανόμαστε ότι ο ρυθμός ανάπτυξής
της είναι τρομακτικός. Αν της δοθούν άλλα δέκα χρόνια ανεμπόδιστης επέκτασης,
τότε το Clear Channel θα κυριαρχήσει σε όλο το φάσμα των συχνοτήτων από τη μια
ακτή στην άλλη».
Αυτή
η προοπτική ενοχλεί τον Κερν, όχι τόσο λόγω του ακραίου συντηρητικού
προσανατολισμού του Clear Channel, αλλά κυρίως γιατί αυτή η ομογενοποίηση
«οδηγεί στη βαθμιαία παράλυση των εθνικών φωνητικών μας χορδών και στη βαθμιαία
ατροφία των ακουστικών μας τυμπάνων. Αυτός είναι ο λόγος που ίσως φέτος το
καλοκαίρι ματαιώσω το καλοκαιρινό μου ταξίδι. Φοβάμαι ότι μπορεί να καταλήξω σε
κανένα χαντάκι στην άκρη του δρόμου. Οι ραδοφωνικοί ήχοι που έρχονται από το
πουθενά και παράγονται από ανώνυμους ανθρώπους μπορούν να σε κάνουν να
αποκοιμηθείς στο τιμόνι».
Ο
κίνδυνος να αποκοιμηθούμε στο τιμόνι ενεδρεύει και στην Ελλάδα, αφού οι
περισσότεροι ραδιοσταθμοί, στην Αθήνα και την επαρχία, μεταδίδουν λαϊκοπόπ
σουξέ του συρμού –με ολίγη Σερτάμπ σαν διεθνιστική σάλτσα.
(ΠΡΙΝ,
17/8/2003)
0 Responses to "Τα μονοπάτια των τραγουδιών"
Δημοσίευση σχολίου